Αναβίωση των εθίμων του γάμου στο Ισαάκιο

Συντάκτης Ιουλία Νιχωρίτη Σεπτέμβριος 10, 2019 09:52

Αναβίωση των εθίμων του γάμου στο Ισαάκιο

Αναβίωση των εθίμων του γάμου στο Ισαάκιο, από τον Εκπολιτιστικό Λαογραφικό Σύλλογο “Δίδυμα Τείχη” .

Αναβίωση των εθίμων του γάμου στο Ισαάκιο στις 15 Σεπτεμβρίου 2019 και ώρα 17:00, από τον Εκπολιτιστικό Λαογραφικό Σύλλογο “Δίδυμα Τείχη” .

Ο σεβασμός στον θεσμό της οικογένειας και στους γονείς αποτελούσαν βασικοί κανόνες στην ανατροφή των παιδιών που από νωρίς είχαν γαλουχηθεί με το ιδανικό ότι ο προορισμός του ανθρώπου είναι να δημιουργήσει οικογένεια. Ο γάμος ήταν ένα μέσο που κατοχύρωνε την δημιουργία οικογένειας η οποία αποσκοπούσε στην απόκτηση απογόνων για την κληροδότηση της περιουσίας, στην περίθαλψη των γονέων από τα παιδιά τους αλλά κυρίως στην πλήθυνση των εργατικών χεριών για τις αγροτικές εργασίες. Εξ’ου και η προτίμηση των αρσενικών απογόνων.

Εξυπακούεται ότι τον πρώτο λόγο για την επιλογή του συντρόφου είχαν οι γονείς καθώς αυτοί έκριναν και αποφάσιζαν για τον κατάλληλο άνθρωπο με τον οποίο το παιδί τους θα ενωνόταν με τα ιερά δεσμά του γάμου. Και όταν θα κατέληγαν στον σωστό σύντροφο, οι γονείς θα ήταν αυτοί που θα επέρχονταν σε συμφωνία μεταξύ τους που περιελάμβανε μεταβιβάσεις περιουσιών. Την πρόταση γάμου την έκαναν οι γονείς του γαμπρού που πήγαιναν στο σπίτι της νύφης με τις «μπουγάτσες» και για την εδραίωση της συμφωνίας αντάλλασαν «σημάδια» που είχαν τον ρόλο της εγγύησης.

Στην αγροτική κοινωνία του Ισαακίου, κατά τους ανοιξιάτικους και θερινούς μήνες όλοι ασχολούνταν με την σπορά και την συγκομιδή της σοδειάς που έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι τον Άη Δημήτρη. Από εκεί και πέρα υπήρχε χρόνος για τα αρραβωνιάσματα που πάντα γινόταν τις ημέρες κοντά στην γιορτή του Αγίου Δημητρίου και ακολουθούσαν οι γάμοι τους χειμερινούς μήνες. Σπουδαίο γεγονός για το χωριό ο γάμος. Ήταν «χαρά» όχι μόνο για τις οικογένειες των μελλόνυμφων αλλά και για όλη την κοινωνία του χωριού καθώς η συμμετοχή ήταν καθολική. Κανείς δεν έμενε ακάλεστος. Για αυτό φρόντιζαν οι συγγενείς του γαμπρού που από την Τετάρτη γυρνούσαν όλο το χωριό με τις «κ’λούρες» και ένα μπουκάλι κρασί και από σπίτι σε σπίτι ανακοίνωναν τον γάμο, προσκαλούσαν και κερνούσαν κάθε νοικοκύρη με την οικογένεια του.

Οι γάμοι γίνονταν πάντα την Κυριακή το πρωί μετά από την καθιερωμένη Θεία Λειτουργία της εκκλησίας κατά το βυζαντινό τυπικό. Το ίδιο απόγευμα της Τετάρτης, η μάνα του γαμπρού πήγαινε στο σπίτι της μελλοντικής νύφης της, παρέα με δύο ανύπαντρες κοπέλες από την οικογένεια βαστώντας μία μπουγάτσα ζυμωμένη και ένα πανέρι που περιείχε τα δώρα για την νύφη, την σκούπα, την ψ’λόφουντα, το γυαλί, το μπρίκι και το κουτί. Αν τα πεθερικά ήταν «τσιορμπατζήδες» το πανέρι είχε μέσα και την αρμάθα με τις λίρες, το σημουζούναρο και τον σταυρό που θα στόλιζε το μέτωπο της νύφης την ημέρα του γάμου. Δώρα συμβολικά που εγκωμίαζαν την χάρη της νύφης σαν γυναίκα που αρέσκεται να κοιτάζεται στον καθρέπτη(γυαλί) και να στολίζεται αλλά παράλληλα υπενθύμιζαν την θέση της στην οικογένεια καθώς ήταν η νοικοκυρά που συντηρούσε το σπίτι με την σκούπα να έχει τον βασικό ρόλο σε αυτό.

Επιπλέον το γυαλί στα δώρα ήταν και ένα μέσο για τον εξορκισμό του κακού στοιχείου από τον γάμο. Καθοριστική ήταν και η παρουσία των «νούνων», των κουμπάρων του ζεύγους που θα τους στεφάνωναν και αργότερα θα βάπτιζαν τα παιδιά τους. Ο «νούνος» ήταν πρόσωπο πολύ αγαπημένο για τις οικογένειες του μελλόνυμφου ζευγαριού και απόλυτα αξιοσέβαστο. «Νερ και ποιος θα γίνει σύντεκνος, νερ κι ποίος θα στιφανώσει..» αναφέρει τραγούδι της εποχής, που μαρτυρά την συναισθηματική συγγένεια του κουμπάρου με το ζεύγος, καθώς σύντεκνος ισοδυναμεί με το αδερφός. Δεν είναι τυχαίο που ο γάμος, το πρωί της Κυριακής ξεκινούσε από το σπίτι του κουμπάρου, όπου ο ίδιος θα παρέδιδε το «μπαριάκ(ι)» στον «μπαριαχτάρη».

Το «μπαριάκ(ι)» ετοίμαζε η κουμπάρα από την προηγούμενη μέρα. Ήταν σημαία ελληνική στερεωμένη σε ένα κοντάρι κατασκευασμένο από καλάμι, η βάση του οποίου ήταν λαξευμένη ώστε η άκρη του να είναι μυτερή. Η αιχμηρή άκρη του κονταριού εξυπηρετούσε στο να υπερασπίζεται ο μπαριαχτάρης τον εαυτό του, καρφώνοντάς το στα πόδια των αντρών της χορευτικής πομπής όταν του έβαζαν τρικλοποδιές περιπαιχτικά. Σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων του χωριού Ισαακίου, μέχρι και πριν το 1922, όταν οι γάμοι γίνονταν στην πατρίδα που άφησαν πίσω, η σημαία στο μπαριάκ’ απεικόνιζε τον σταυρό της χριστιανικής πίστης επειδή η ανάρτηση ελληνικής σημαίας απαγορευόταν από την οθωμανική κυβέρνηση. Σηκώνοντας το μπαριάκ’ με τα ελληνικά χρώματα και τον σταυρό του χριστιανισμού τιμούσαν την καταγωγή τους με έναν τρόπο έμμεσο και μη προκλητικό. Έτσι οι κάτοικοι προκειμένου να υπερασπιστούν την μειονεκτική τους θέση σε τυχόν παρατηρήσεις των τούρκων, επικαλούνταν την θρησκευτική τους πίστη και χρησιμοποιούσαν ως επιχείρημα ότι η σημαία απεικόνιζε το σύμβολο της χριστιανοσύνης. Το μπαριάκ’ στόλιζαν 2 «μπουρλιές» με πατλάκις, δηλαδή ψημένο καλαμπόκι περασμένο σε κόκκινη κλωστή που συμβολικά προμήνυαν την αφράτη ζωή του νεόνυμφου ζευγαριού και 2 «μπουρλιές» με σταφίδες για την γλυκιά ζωή των νιόπαντρων.

Στην κορυφή του κονταριού στερέωναν με κόκκινο νήμα ένα ματσάκι βασιλικό και ένα κόκκινο μήλο. Αλλά και η επιλογή του «μπαριαχτάρη» δεν ήταν συμπτωματική. Έπρεπε να είναι ένα πρόσωπο άρτιο και καλότυχο, για αυτό και ο κουμπάρος επέλεγε για «μπαριαχτάρη» πάντα ένα νεαρό άντρα ο οποίος είχε μάνα και πατέρα εν ζωή και σε όλη την διάρκεια του γάμου ήταν ο μπροστάρης της χορευτικής πομπής. Το καλό έπρεπε να ηγείται κάθε στιγμή του γάμου και του χορού θωρακίζοντας κατά κάποιο τρόπο την ευημερία του ζεύγους. Όλα στην «χαρά» έπρεπε να «πάν δεξιά» για αυτό και η χορευτική πομπή από την στιγμή που θα ξεκινούσε την διαδρομή της και σε όλη την διάρκεια του γάμου στον δρόμο πήγαινε πάντα από δεξιά. Η αποστολή του «μπαριαχτάρη» ολοκληρωνόταν μετά το τέλος του γάμου, στο σπίτι του γαμπρού όπου θα γινόταν το γλέντι, πετώντας το μπαριάκ’ στα κεραμίδια του σπιτιού. Η ζωοθυσία την ημέρα της χαράς, καθώς το πρωί της Κυριακής ο πατέρας του γαμπρού αν ήταν τσιορμπατζής έσφαζε ένα δυο αρνιά για να ταΐσει τους καλεσμένους στο γαμήλιο γλέντι, βαθύτατα έγκειται στην ανάγκη για την διασφάλιση της επιτυχίας του γάμου αφού το αίμα που έρρεε από τα ζωντανά που θυσίαζε είχε ρόλο εξαγνιστικό.

Κάθε «σπιτιανός» της οικογένειας του γαμπρού σημάδευε το μέτωπό του με μία βούλα από το αίμα του ζώου και προετοιμάζονταν για το σημαντικό γεγονός που θα ακολουθούσε.Στο σπίτι της νύφης δε, το κλίμα ήταν βαρύ καθώς η μάνα θα αποχωρίζονταν την κόρη της για πάντα αφού μετά τον γάμο θα ζούσε στο ίδιο σπίτι με τα πεθερικά και τον άντρα της. Με τον γάμο της κόρης του, ο πατέρας μεταβίβαζε τα δικαιώματα του στον γαμπρό και πλέον η γυναίκα αποτελούσε ιδιοκτησία του άντρα της και της οικογένειας του. Ακόμα και στην περίπτωση που ο σύζυγος έφευγε απροσδόκητα από την ζωή, η γυναίκα εξακολουθούσε να μένει με τα πεθερικά της, να συνεισφέρει στις δουλειές του σπιτιού και να βοηθάει στις αγροτικές εργασίες. Έτσι όταν οι κουμπάροι μαζί με τον γαμπρό πήγαιναν να πάρουν την νύφη από το σπίτι της, οι κοπέλες από το σόι της χόρευαν τραγουδώντας « Βαριά βαριά συννέφιασι κι ωχ αμαν αμαν …. Στην σκάνη ρίχνι τη βρουχή κι στα βουνά ντα χιόνια…» δίνοντας έμφαση στον πόνο του αποχωρισμού που τον συμμερίζονταν ακόμα και η φύση.

Αφού η νύφη χόρευε τον τελευταίο χορό με την οικογένεια της στην αυλή του σπιτιού της, τους αποχαιρετούσε έναν έναν και όταν οι κουμπάροι την έπαιρναν για να την παραδώσουν στον γαμπρό και να φύγουν για την εκκλησία, η μάνα της έσπαγε ένα πήλινο αγγείο μπροστά στην πόρτα του σπιτιού ξορκίζοντας το κακό του αποχωρισμού. Τα στεφανώματα τελούνταν στην εκκλησία του χωριού, όπου εκεί έφτανε η χορευτική πομπή με τους συγγενείς του γαμπρού να προηγούνται και να «συγκαθίζουν» περιχαρείς και να ακολουθεί το σόι της νύφης περπατώντας. Η νύφη που είχε καλυμμένο το πρόσωπο με την κόκκινη σκέπη καθοδηγούνταν από τον γαμπρό που την συνόδευε περπατώντας σε όλη την διαδρομή. Χαρακτηριστικό στοιχείο της νυφιάτικης φορεσιάς ήταν τα τέλια στο κεφαλοδέσιμο της νύφης που αν ήταν εφικτό τα φορούσαν όλες οι γυναίκες από το σόι του γαμπρού που συμμετείχαν ενεργά στον γάμο. Και ο γαμπρός φορούσε κόκκινο γιλέκο ενώ το πανωφόρι του διακοσμούσε ένα κόκκινο μαντήλι στον ώμο.

Το κόκκινο χρώμα που επικρατούσε και ήταν καταφανές στην νυφιάτικη και γαμπριάτικη φορεσιά και στο νήμα που χρησιμοποιούνταν στο μπαριάκ’ είναι συνδεδεμένο με την αγάπη, το ανθρώπινο συναίσθημα και την ζωή. Συμβολίζει το πάθος της νεότητας που αντιπροσώπευαν οι νέοι που παντρεύονταν. Ίσως να το συναρτούσαν με την επερχόμενη πρώτη σαρκική επαφή και το χάσιμο της αγνότητας τους. Κόκκινο ήταν και το μήλο που δώριζε η νύφη στο μωρό που θα αντίκριζε μπροστά της όταν θα έφτανε στο νέο της σπιτικό μετά τα στεφανώματα, όπως και τα άλλα δύο μήλα που είχε προηγουμένως πετάξει στην πομπή που την συνόδευε. Αναπόσπαστο στοιχείο των γαμήλιων τελετών το μήλο από την αρχαιότητα. Συμβολίζει την επιθυμία και την απαγορευμένη γνώση. Τα τρία μήλα συμβόλιζαν τις γέννες της νύφης. Ενδεχομένως ενσάρκωναν και την επιθυμία της να αποκτήσει απογόνους με την απαγορευμένη γνώση της συνουσίας που πλέον επιτρεπόταν να γευτεί. Η ρίψη τους ήταν τελετουργία συμβολικής σημασίας αφού από τον άνθρωπο που θα έπιανε το μήλο προέβλεπαν και το φύλο του μωρού που θα γεννιόταν. Αν το έπιανε άντρας θα γεννούσε «παιδί» δηλαδή αγόρι, αν το έπιανε γυναίκα θα γεννούσε κορίτσι.

Ευλογία μεγάλη για τα πεθερικά που θα έμπαινε μία καινούρια νύφη στο σπιτικό τους. Μία κόρη που θα τους χάριζε εγγόνια και θα τους γηροκομούσε στο μέλλον. Αλλά και ένα επιπλέον ζευγάρι χέρια για τις αγροτικές ασχολίες που ήταν βιοποριστικές. Η νύφη πλέον είχε αποκτήσει νέους γονείς που έπρεπε να τιμά, να σέβεται και να υπακούει πιστά. Μετά τα στεφανώματα, όταν η χορευτική πομπή με τους νεόνυμφους έφτανε μπροστά στο σπίτι του πεθερού το σόι του γαμπρού συγκάθιζε και τραγουδούσε «Εβγά εβγά μανίτσα μου, να δείς τον γιό σου που ‘ρχεται, να δείς τον γιό σου που ‘ρχεται, να δεις τον γιό σ’ τι φέρνει…» προτρέποντας την πεθερά να βγεί έξω από το σπίτι και να καμαρώσει την νέα νύφη σαν να πρόκειται για ένα καινούριο απόκτημα. Βλέποντας τους νιόπαντρους η πεθερά έσερνε τον χορό με τις γυναίκες από το σόι της εκφράζοντας την χαρά της μέσα από το τραγούδι «Μωρ’ εδώ χαρά, εδώ στον πάν’ μαχαλά….Μωρ’ εδώ ρίχνουν τον βαμπακόσπουρο…» και τους καλωσόριζε ραίνοντας τους με βαμβακόσπορο, ρύζι και «ζαχαρούδια». Στοιχεία που συμβολικά αποτελούν ευχές για γονιμότητα, διάρκεια και ευημερία. Η καινούρια νύφη είχε να αντιμετωπίσει και μία σειρά δοκιμασιών που θα επιβεβαίωναν τις επιδεξιότητες της στο νοικοκυριό αλλά και την διάθεση υποταγής προς το πρόσωπο του πεθερού της. Πριν μπει στο νέο σπιτικό της έπρεπε να γονατίσει μπροστά στον πεθερό της που καθώς ήταν ο αφέντης του σπιτιού την περίμενε καθισμένος επιβλητικά σε μία καρέκλα στην αυλή. Τα όργανα έπαιζαν, μα όλοι παρακολουθούσαν την νύφη που γονάτιζε μπροστά στα πόδια του πεθερού της και μάζευε από το έδαφος τους «παράδες» που είχε ρίξει ο αφέντης της για να τους επιστρέψει πάλι σε αυτόν. Ήταν μία δοκιμασία που την σατίριζαν υποστηρίζοντας ότι γινόταν για να βεβαιωθεί ο πεθερός ότι η νύφη δεν είναι τυφλή. Στην πραγματικότητα όμως ήταν ένα μέσο για να της επιβάλλει την εξουσία του.

Ακολουθούσε και η δοκιμασία με την πεθερά, που περίμενε την νύφη στην πόρτα του σπιτιού. Λέρωνε με λίγδα την πόρτα σε τρία σημεία σχηματισμένα με σταυρό και με υποδείξεις παρακολουθούσε την νύφη που τα καθάριζε. Ένα παίγνιο που φαινομενικά αποσκοπούσε στην επίδειξη της νοικοκυροσύνης της νύφης, ουσιαστικά όμως απέβλεπε στην υπακοή της νύφης προς την πεθερά της, την «κυρά» του σπιτιού. Με το πέρας των δοκιμασιών και αφού η καινούρια νύφη είχε πάρει τα μηνύματα υποταγής και υπακοής από τα πεθερικά της ήταν έτοιμη να μπει μέσα στο καινούργιο σπιτικό της μαζί με τον άντρα της και να υποταχτεί και σε αυτόν χαρίζοντας του την πολύτιμη αγνότητά της. Περνώντας την πόρτα πατούσαν με το δεξί πόδι πάνω σε ένα υνί που είχε τοποθετήσει η πεθερά στην βάση της πόρτας για να είναι σιδερένιοι και γεροί. Η αγνότητα της νύφης τώρα πια ήταν αποτυπωμένη στο ματωμένο κόκκινο πουκάμισο της μέσα στο πανέρι, που η πεθερά το παρέδιδε πρώτα στον κουμπάρο για να το ευλογήσει. Ο κουμπάρος το σταύρωνε τρεις φορές με ένα αναμμένο κερί, το «ασήμωνε» και το επιδείκνυε χορεύοντας στους καλεσμένους που γλεντούσαν στην αυλή του σπιτιού.

Γεγονός χαρούμενο ο γάμος για την κοινωνία του Ισαακίου. Αποτελούσε διέξοδο από την σκληρή καθημερινότητα και πηγή ελπίδας για το μέλλον. Ένα μέλλον που το διασφάλιζαν με μια σειρά τελετουργικών στοιχείων συμβολικής σημασίας και κρυμμένων μηνυμάτων πλαισιωμένων από την πίστη και την αγάπη τους για τον Θεό. 

Από το ένθετο του CD “Νερ για δγείτι αφιγκραστείτι”. Ισαάκιο 1958

Πρόγραμμα:

  • 16:00 Θα ξεκινήσει η αναβίωση με το ξύρισμα του γαμπρού.
  • 17:00 Ο κουμπάρος θα κατευθυνθεί από το σπίτι του προς το σπίτι της νύφης.

 Σε Όλες τις “στάσεις” θα αναβιώνουν και τα ανάλογα έθιμα με τα ανάλογα τραγούδια και χορούς. Στο τέλος θα ακολουθήσει γλέντι στην πλατεία του χωριού. Το όλο έθιμο θα πραγματοποιηθεί σε παλιά σπίτια του χωριού και είναι ανοιχτό σε όποιον θέλει να το παρακολουθήσει αλλά και να συμμετέχει στο γλέντι που θα ακολουθήσει. 

αναβίωση γάμου, Ισαάκιο

 


Συντάκτης Ιουλία Νιχωρίτη Σεπτέμβριος 10, 2019 09:52

Συνεντεύξεις

Μουρμούρια
Μουρμούρια

Ράδιο Έβρος TV