«Πουρπούρ’ς» – Δρώμενο Χριστουγέννων

Συντάκτης Βάλια Παππά Δεκέμβριος 22, 2018 11:42

«Πουρπούρ’ς» – Δρώμενο Χριστουγέννων

Το έθιμο του Πουρπούρη θα αναβιώσει και θα πραγματοποιηθεί στις 29 Δεκεμβρίου 2018 στην γενέτηρά του, το χωριό Ισαάκιο του νομού Έβρου. Το κείμενο που ακολουθεί για την ιστορία του εθίμου αποτελεί μέρος του ένθετου της δισκογραφικής δουλειάς του συλλόγου “Δίδυμα Τείχη” “Νερ για δγείτι αφηγκραστείτι” και του μουσικού σχήματος “Εβρίτικη Ζυγιά”.

Δωδεκαήμερο ονομάζεται η περίοδος των 12 ημερών και νυχτών, από την παραμονή των Χριστουγέννων έως το πρωί του Αγιασμού, στις 6 του Ιανουαρίου. Την περίοδο αυτή, σε όλη την Θράκη τελούνταν δρώμενα τελετουργικής μορφής και αρχαϊκής προέλευσης που συνυπήρχαν ειρηνικά με τα χριστιανικά έθιμα και ήταν βασισμένα στην χριστουγεννιάτικη θεματολογία. Σύμφωνα με τις δοξασίες,  αυτές τις δώδεκα ημέρες παρατηρούνταν μία κυριαρχία των κακών πνευμάτων στην γή. Μία αντίληψη που επικρατεί ακόμα και στις μέρες μας.

Για την κοινωνία του Ισαακίου ήταν μία περίοδος πνευματικής και υλικής προετοιμασίας που επικεντρωνόταν στην προσμονή της γέννησης του Θεανθρώπου και την συγκέντρωση αποθεματικής τροφής για τον λοιπό βαρύ χειμώνα. Την παραμονή των Χριστουγέννων όλοι οι νοικοκύρηδες έσφαζαν το γουρούνι που έτρεφαν από την άνοιξη. Μάλιστα παλαιότερα στο χωριό υπήρχε ο «ντουμουτζής» που ήταν υπεύθυνος για την εκτροφή και την βοσκή των γουρουνιών όλων των νοικοκυριών του χωριού. Από το παχύ του κρέας και το λίπος του έφτιαχναν «τσιγαρίδες», «πασιουρτί», λουκάνικα και λίγδα και τα αποθήκευαν, ενώ το κρέας το συντηρούσαν παστωμένο σε αλάτι. Μέρος του κρέατος του γουρουνιού το κατανάλωναν τις γιορτινές μέρες των Χριστουγέννων και με το παχύ έντερο του ζώου οι νοικοκυρές παρασκεύαζαν το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο φαγητό, την «Μπάμπου». Όλα τα εντόσθια του ζώου καταναλωνόταν σε πρώτη φάση αφού δεν ήταν δυνατή η συντήρηση τους. Αναλώσιμα ήταν ακόμα και τα πόδια, η ουρά και τα αυτιά του που τα μαγείρευαν με φασόλια και ρεβίθια. Τίποτα δεν έμενε ανεκμετάλλευτο από το ζώο.  Από το δέρμα του κατασκεύαζαν τα γουρουνοτσάρουχα και με τις τρίχες του έφτιαχναν βούρτσες που χρησιμοποιούσαν οι άντρες για την περιποίηση των μουστακιών τους. Τα παιδιά ανυπομονούσαν να πάρουν την ουροδόχο κύστη του γουρουνιού που την φούσκωναν και την έκαναν μπάλα και τα μικρά οστά των αρθρώσεων του, τα «σηκάκια» με τα οποία έπαιζαν.  Πηγή τροφής και οικονομίας το γουρούνι για τους νοικοκυραίους αλλά και πηγή εξαγνισμού εν όψη της θείας γέννησης του Χριστού. Όλη η οικογένεια παρακολουθούσε και συμμετείχε στην διαδικασία σφαγής και στο γδάρσιμο του ζώου και με το αίμα του σχημάτιζαν μία βούλα στο μέτωπο τους.  Το σφάξιμο του χοίρου ως πράξη θυσίας σε συνδυασμό με την νηστεία των Χριστουγέννων ήταν μέσα πνευματικής κάθαρσης και προετοιμασίας για την υποδοχή του Θεανθρώπου.

Για την προστασία τους από τα κακά πνεύματα των Χριστουγέννων, την παραμονή των Χριστουγέννων που πίστευαν ότι ήταν η ημέρα που ανέβαιναν οι καλικάντζαροι στην γη, έβαζαν σε μια γωνιά του σπιτιού πολλά αγκάθια και κρεμούσαν μία κουλούρα για να τους κρατήσουν έξω από αυτό. Επιπλέον τα βράδια δεν κυκλοφορούσαν έξω στους δρόμους του χωριού για να μην τους πιάσουν οι καλικάντζαροι. Τέλος την παραμονή των Θεοφανείων ξετίναζαν όλο το σπίτι και σκούπιζαν λέγοντας «Όξω καρκαντζέλ’, μέσα Χριστός κι Παναγιά». Την ίδια μέρα γύριζε και ο παπάς σε όλα τα σπίτια του χωριού και τα ευλογούσε για να διώξει τους καλικάντζαρους.

Αντιπροσωπευτικό δρώμενο του δωδεκαημέρου των Χριστουγέννων στο Ισαάκιο που τελούνταν την δεύτερη ή τρίτη ημέρα των Χριστουγέννων ήταν «Ο Πουρπούρης» ή «Πουρπούρ’ς». Ένα δρώμενο που ταξίδεψε από τους οικισμούς της επαρχίας της Μακράς Γέφυρας  στα σημερινά χωριά της ίδιας ομάδας που πλέον το συναντάμε και με διαφορετικές ονομασίες όπως «Μπαμπούσιαρης» και «Μπαμπουσιάρια». Κατά την τέλεση του δρώμενου συμμετείχαν μόνο οι άντρες του χωριού και πρωταγωνιστής ήταν ο «Πουρπούρ’ς» που τον συνόδευε η γυναίκα του η «Κουρτουπούλα». Το όνομα της δήλωνε την προέλευση της καθώς καταγόταν από το Κουρτάκιοϊ της Μακράς Γέφυρας.

Η αμφίεση του Πουρπούρη ξεκινούσε από το πρωί, αμέσως μετά το τέλος της λειτουργίας της εκκλησίας, στο σπίτι του άντρα που θα ενσάρκωνε τον ρόλο του Πουρπούρη. Εκεί συγκεντρώνονταν όλοι οι άντρες που θα τον συνόδευαν για να τον βοηθήσουν με το ντύσιμο. Ο Πουρπούρης πάνω από την ανδρική φορεσιά της εποχής φορούσε μία γούνα από δέρμα προβάτου η οποία μεταγενέστερα αντικαταστάθηκε από το «γιαμπουρλούκ(ι)». Στην μέση φορούσε μία ζώνη από την οποία κρέμονταν κουδούνια και  μικρά «γκαρτσούνια» δηλαδή νεροκολοκύθες που σκόπιμα τα κουνούσε όταν περπατούσε για να παράγουν δυνατό ήχο. Στο πρόσωπο φορούσε μία μάσκα καμωμένη από μεγάλη «γκαρτσούνα» και γένια από μαλλιά προβάτου και στο κεφάλι ένα ζευγάρι κέρατα από βόδι. Η τρομακτική αμφίεση του Πουρπούρη ολοκληρωνόταν με ένα μεταλλικό ξίφος που το κρατούσε πάντα στο χέρι.

Η Κουρτουπούλα  φορούσε μία γυναικεία ατημέλητη φορεσιά και στα χέρια κρατούσε μία ρόκα και  ένα σφοντύλι. Ο άντρας που θα μεταμφιεζόταν σε Κουρτουπούλα φρόντιζε να έχει μουστάκι.

Οι άντρες που συνόδευαν τον Πουρπούρη στα χέρια τους κρατούσαν «τζουμπανίκια», βέργες ξύλινες δηλαδή ώστε να απομακρύνουν τα σκυλιά που συναντούσαν στο δρόμο άλλα και για να δίνουν ρυθμό στο τραγούδι χτυπώντας τα στη γη. Κάποιοι από αυτούς είχαν πάνω τους και «χιιμπέδες» για να φυλάσσουν τα δωρίσματα που τους έδιναν στα σπίτια που επισκέπτονταν, όπως κρασί, ψωμί και κρέας από το γουρούνι που είχαν σφάξει οι νοικοκυραίοι για τα Χριστούγεννα.

Μόλις τελείωνε η διαδικασία του ντυσίματος του Πουρπούρη και ήταν όλοι έτοιμοι, ξεκινούσαν για να γυρίσουν όλο το χωριό, με πρώτη στάση στο σπίτι του παππά. Σε κάθε σπίτι που σταματούσαν τραγουδούσαν τα κάλαντα « Σαράντα μέρες έχουμι, Χριστό που καρτηράμι…» με ξεχωριστό τραγούδι για τον νοικοκύρη του κάθε σπιτιού που ανάλογα την περίπτωση άλλες φορές αναφερόταν στο νέο, άλλες φορές στην νέα και άλλες στο νεογέννητο. Σε κάθε σπίτι που σταματούσαν αφού τελείωναν με τα κάλαντα και τις ευχές, οι γυναίκες του σπιτιού κερνούσαν τον Πουρπούρη και την συνοδεία του, και από σπίτι σε σπίτι μαζευόταν όλη η γειτονιά και παρακολουθούσε την πομπή. Ο Πουρπούρης με την τρομαχτική του εμφάνιση επιτίθονταν στους κατοίκους που παρακολουθούσαν και όταν τους πλησίαζε αυτοί έσπευδαν να τρέξουν μακριά. Όταν οι άντρες της πομπής περιπαιχτικά ενοχλούσαν την Κουρτουπούλα, ο Πουρπούρης την υπερασπιζόταν απειλώντας τους με το ξίφος του. Με αυτόν τον τρόπο γυρνούσαν όλο το χωριό για να καταλήξουν στο τέλος στο μεσοχώρι όπου εκεί έστηναν το γλέντι με φαγοπότι από τα δωρίσματα που είχαν συγκεντρώσει από τα σπίτια που είχαν επισκεφτεί. Το γλέντι διαρκούσε μέχρι το βράδυ.

Το δρώμενο συνεχίστηκε και μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών και την ίδρυση του Ισαακίου μέχρι και την δεκαετία του 1940 όπου έπαψε να πραγματοποιείται. Το Ισαάκιο καθώς δημιουργήθηκε από εποίκους πέντε χωριών της Μακράς Γέφυρας, ήταν διαμορφωμένο σε τρείς μαχαλάδες οι κάτοικοι των οποίων δεν είχαν ιδιαίτερα ομαλές σχέσεις μεταξύ τους. Όταν ήταν ο καιρός για το έθιμο του Πουρπούρη κάθε μαχαλάς είχε τον δικό του Πουρπούρη και στο τέλος και οι τρείς πομπές  κατέληγαν μαζί στο μεσοχώρι για το μεγάλο γλέντι. Εκεί με την επίδραση του ποτού τα πνεύματα οξύνονταν και το γλέντ ιχαλούσε από τους καυγάδες που προκαλούνταν μεταξύ των κατοίκων των διαφορετικών μαχαλάδων. Προκειμένου να αποφεύγονται οι συρράξεις μεταξύ των κατοίκων του χωριού και για την διατήρηση της ευημερίας το δρώμενο έπαψε να πραγματοποιείται για πολλά χρόνια μέχρι το 1996 που ήρθε στην επιφάνεια ξανά από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ισαακίου, που το αναβίωσε για τις ανάγκες ενός τηλεοπτικού ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ με σκηνοθέτη τον Λάκη Κομνηνό.

Η παρουσία δεισιδαιμονιών και προκαταλήψεων που εστιάζεται στην ύπαρξη των κακών πνευμάτων και η σπουδαιότητα της φύσης που οι καρποί της ήταν η σοδειά που αποτελούσε την κύρια πηγή τροφής και οικονομίας έγκειται στην σημασία του δρωμένου του Πουρπούρη, που είναι χρονικά τοποθετημένο, την χειμερινή περίοδο των Χριστουγέννων όταν η φύση «κοιμάται» και επικρατεί, σύμφωνα με την προφορική παράδοση, η κυριαρχία των κακών πνευμάτων στην γη.  Το δρώμενο επικαλείται την αναγέννηση της φύσης που θα ακολουθήσει μετά την χειμερινή της ανάπαυλα αλλά και την απομάκρυνση των κακών πνευμάτων του Δωδεκαημέρου. Τα στοιχεία της μεταμφίεσης και η χρήση της μάσκας αποτελούν συστατικά αρχαίων διονυσιακών τελετών προς τιμή του Διόνυσου, θεού της Θράκης, της γονιμότητας και της βλάστησης, κατά τις οποίες παίζονταν θεατρικές παραστάσεις (τραγωδίες και κωμωδίες). Η χρήση της μάσκας ως γνωστόν πηγάζει από το αρχαίο ελληνικό θέατρο που έχει τις ρίζες του στις λατρευτικές γιορτές του Διονύσου και είναι η προγονική μορφή της υποκριτικής που γεννήθηκε από την έμφυτη ανάγκη του ανθρώπου να υποδύεται και να ενδύεται ταυτότητες. Επιπλέον, η χρήση προσωπείου διαχωρίζει τον ηθοποιό από τον μη ηθοποιό, τον πρωταγωνιστή από τον απλό συμμετέχον και δίνει ένα ρόλο σε αυτόν που το φοράει.  Στην περίπτωση του δρωμένου του «Πουρπούρη» μάσκα φοράει μόνο ο πρωταγωνιστής ενσαρκώνοντας ένα ρόλο που στο κοινό προκαλεί φόβο και δέος και παράλληλα με τον ήχο των κουδουνιών που έχει πάνω του διώχνει τα κακά πνεύματα. Ενώ στον άντρα που τον συνοδεύει δίνεται η δυνατότητα μεταμφίεσης σε γυναίκα και υποδύεται μία ταυτότητα πουπροκαλεί γέλιο. Όλοι οι υπόλοιποι άντρες που συνοδεύουν τον πρωταγωνιστή μασκοφόρο «Πουρπούρη» είναι απλά συμμετέχοντες στον θίασο με ρόλους βοηθητικούς. Πρόκειται λοιπόν, για μία εξέλιξη αρχαϊκού δρωμένου προσαρμοσμένο στο κοινωνικό και εθιμικό περιβάλλον, που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι χριστιανοί ορθόδοξοι χωρικοί της αγροτικής κοινωνίας του Ισαακίου.

ΕΚΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟΥ
“ΤΑ ΔΙΔΥΜΑ ΤΕΙΧΗ”


Συντάκτης Βάλια Παππά Δεκέμβριος 22, 2018 11:42

Συνεντεύξεις

Μουρμούρια

Ράδιο Έβρος TV

Εγγραφείτε στο Newsletter