“Γιατί οι αγρότες είμαστε στο δρόμο;” – του Ηλία Αγγελακούδη
Με ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο πρόεδρος του Αγροτικού Συλλόγου Ορεστιάδας Ηλίας Αγγελακούδης, που παραμένει στο μπλόκο των Αγροτικών Συλλόγων Βορείου Έβρου στον κόμβο Ορμενίου από τις 5 Δεκεμβρίου 2025 έως και σήμερα, Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026, εξηγεί αναλυτικά τους λόγους που οδήγησαν – και κρατούν ακόμα – τους αγρότες στους δρόμους.
Στο αναλυτικό κείμενό του, ο Ηλίας Αγγελακούδης τοποθετεί τις κινητοποιήσεις τόσο στο ευρωπαϊκό όσο και στο εθνικό πλαίσιο, αναφερόμενος στο υψηλό κόστος παραγωγής, στις χαμηλές τιμές των αγροτικών προϊόντων, στη συμφωνία ΕΕ–Mercosur, στην «πράσινη μετάβαση», στη λειτουργία της ΚΑΠ, αλλά και σε χρόνιες παθογένειες της ελληνικής αγροτικής πολιτικής. Παράλληλα, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα προβλήματα του Βορείου Έβρου, συνδέοντάς τα με το δημογραφικό ζήτημα και την εγκατάλειψη της υπαίθρου.
Η ανάρτηση του προέδρου του Αγροτικού Συλλόγου Ορεστιάδας:
Γιατί οι αγρότες είμαστε στον δρόμο;
Σε Ελλάδα και Ευρώπη, χιλιάδες αγρότες τα τελευταία δύο χρόνια βρίσκονται σε διαρκή αγώνα. Παράλληλα, τον τελευταίο μήνα έχουν στηθεί μπλόκα σε όλη την ελληνική επικράτεια, ενώ δεκάδες τρακτέρ βρέθηκαν στην έδρα της Κομισιόν όπου έγιναν σφοδρές μάχες με την αστυνομία των Βρυξελλών. Και το ερώτημα που πλανάται πάνω από τα αστικά κέντρα και τους ανθρώπους που δεν έχουν άμεση σχέση με την ύπαιθρο είναι απλό: γιατί είναι οι αγρότες στον δρόμο;
Ο αγώνας των αγροτών στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη έχει κοινή αφετηρία. Το υψηλό κόστος παραγωγής, οι χαμηλές τιμές των προϊόντων σε συνδυασμό με τα σαφή μηνύματα που στέλνει τα τελευταία χρόνια η ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τον πρωτογενή τομέα, αποτελούν τον πυρήνα του προβλήματος.
ΕΕ–Mercosur
Η συμφωνία ΕΕ–Mercosur αποτελεί το πρώτο σαφές βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση. Σύμφωνα με αυτήν, οι χώρες του Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη, Ουρουγουάη) θα εξάγουν μεγάλες ποσότητες αγροτικών προϊόντων στην Ευρώπη με χαμηλούς ή μηδενικούς δασμούς, ενώ η Ευρώπη ανοίγει τις αγορές της σε βιομηχανικά προϊόντα και υπηρεσίες στις χώρες αυτές, χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς. Πρόκειται δηλαδή για ένα «ανταλλακτικό πακέτο»: φθηνά αγροτικά προϊόντα από τη Νότια Αμερική και μεγαλύτερη πρόσβαση σε αγορές για βιομηχανικά αγαθά από την Ευρώπη.
Είναι φανερό ότι η Ευρώπη εγκαταλείπει σταδιακά την παραδοσιακή γεωργία, επιλέγοντας να στηρίξει μια βιομηχανία που δύσκολα μπορεί να ανταγωνιστεί αγορές όπως η Κίνα και οι ΗΠΑ. Στην απέλπιδα προσπάθεια διάσωσης των οικονομιών των βιομηχανικών χωρών, θυσιάζονται οι αγροτικές χώρες της Ένωσης, κυρίως του Νότου και η Γαλλία.
Η Ελλάδα, παρότι μόνο να χάσει έχει από αυτήν τη συμφωνία, δεν προέβαλε καμία ουσιαστική αντίσταση. Δεν είμαστε βιομηχανική χώρα και δε διαθέτουμε εξαγωγές τέτοιου τύπου. Το συγκριτικό μας πλεονέκτημα είναι τα ποιοτικά αγροδιατροφικά προϊόντα. Παρ’ όλα αυτά, η κυβέρνηση επιλέγει να υπακούει στα κελεύσματα της Γερμανίας, λειτουργώντας ουσιαστικά ως χώρα περιορισμένης εθνικής ανεξαρτησίας.
Και αν η συμφωνία με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής αποτελεί μόνο την αρχή, τότε πιθανές αντίστοιχες συμφωνίες με την Ινδία και χώρες της Αφρικής θα αποτελέσουν την οριστική ταφόπλακα της πρωτογενούς παραγωγής.
Πράσινη μετάβαση
Γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι η Ευρώπη επιχειρεί να περιορίσει την πρωτογενή παραγωγή και χρησιμοποιεί ως πρόσχημα την περιβαλλοντική επιβάρυνση. Παρά το γεγονός ότι ο αγροκτηνοτροφικός τομέας ευθύνεται μόλις για το 1/10 των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και είναι ταυτόχρονα ο τομέας που έχει πληγεί περισσότερο από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, είναι εκείνος που έχει επιβαρυνθεί με τις μεγαλύτερες υποχωρήσεις: μείωση παραγωγής, δραστική συρρίκνωση ανθρώπινου δυναμικού και αυστηρότερους περιορισμούς.
Δυστυχώς, ακόμη και οι προοδευτικές δυνάμεις στο Ευρωκοινοβούλιο, είτε λόγω ιδεολογικών αγκυλώσεων είτε υπό την επιρροή ενεργειακών λόμπι, έδωσαν ουσιαστικά λευκή επιταγή στην «πράσινη μετάβαση» χωρίς σοβαρό σχεδιασμό.
Δισεκατομμύρια ευρώ κατευθύνθηκαν στις ΑΠΕ και το Σύμφωνο του Παρισιού αντιμετωπίστηκε ως δόγμα, μέχρι που η παγκόσμια αλλαγή πολιτικής –με την εκλογή Τραμπ– οδήγησε και τη γηραιά ήπειρο σε αλλαγή πλεύσης, με μόνους χαμένους τους ανθρώπους του μόχθου και το περιβάλλον.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδεικνύεται διαχρονικά θεσμικά ανεπαρκής και πολιτικά εγκλωβισμένη. Η παγκοσμιοποίηση δεν αντιμετωπίζεται με ρητορικές διακηρύξεις, αλλά με πολιτικές συγκρούσεις υπέρ της αυτάρκειας και της κοινωνικής συνοχής.
Την ίδια στιγμή, εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης διεξάγεται ήδη έντονη συζήτηση για τη μείωση του προϋπολογισμού της ΚΑΠ για την περίοδο 2028–2034, καθώς αυξάνονται οι δαπάνες για την αμυντική βιομηχανία. Δεν πρόκειται λοιπόν για θεωρητική συζήτηση, οι αποφάσεις και οι πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το επιβεβαιώνουν έμπρακτα.
Το ελληνικό πρόβλημα:
Σε εθνικό επίπεδο, η βασική διαφορά της Ελλάδας από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες είναι ότι οι τελευταίες, παρά τις αντιφάσεις και τα λάθη τους, επένδυσαν σε υποδομές και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Αντίθετα, η Ελλάδα παραμένει μία από τις ελάχιστες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τόσο μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, χωρίς σύγχρονα αρδευτικά δίκτυα, χωρίς υποδομές που να εξασφαλίζουν υδατική επάρκεια και –το κυριότερο– χωρίς μεταποιητικές μονάδες.
Οι φετινές κινητοποιήσεις δε γίνονται για όσα δεν έγιναν στο παρελθόν. Γίνονται για όσα πρέπει να γίνουν σήμερα, για όσα πρέπει να αλλάξουμε τώρα, ώστε να υπάρχουμε και αύριο.
Φέτος, όπως και πέρυσι οι τιμές των περισσότερων προϊόντων μειώθηκαν έως και 50% σε σχέση με πριν από δύο χρόνια, λόγω αντικειμενικών κλιματικών και γεωπολιτικών συνθηκών. Σε αυτές τις συνθήκες, το “αόρατο χέρι της αγοράς” αποδεικνύεται αδίστακτο και ανεπαρκές για να προστατεύσει τον παραγωγό. Η πολιτεία οφείλει να βρει άμεσα τρόπους αναπλήρωσης του χαμένου εισοδήματος, ώστε οι αγρότες να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους και η επόμενη χρονιά να τους βρει στα χωράφια τους και όχι στο γραφείο διαβατηρίων.
Παράλληλα, είναι αναγκαίο να υπάρξει εγγυημένη τιμή ή ένας μηχανισμός που να εξασφαλίζει ότι η τιμή πώλησης θα καλύπτει τουλάχιστον το κόστος παραγωγής, ώστε ο αγρότης να μπορεί να συνεχίσει να παράγει με ασφάλεια. Είναι ανεπίτρεπτο το πάγιο αίτημα του αγροτικού κινήματος – που χρόνο με τον χρόνο βρίσκει όλο και περισσότερους υποστηρικτές – για ελάχιστη εγγυημένη τιμή να προσκρούει συνεχώς στη δικαιολογία της κυβέρνησης ότι δεν το επιτρέπει η ευρωπαϊκή νομοθεσία λόγω ελεύθερης αγοράς και ανταγωνισμού. Ταυτόχρονα, όμως, η ίδια κυβέρνηση δεν δίστασε να διανείμει ευρωπαϊκά κονδύλια σε ημέτερους για ψηφοθηρικούς σκοπούς, αγνοώντας πλήρως τις ανάγκες των παραγωγών και αφήνοντάς τους εκτεθειμένους. Πρόκειται για κραυγαλέα υποκρισία, από τη μια να επικαλούνται το ευρωπαϊκό πλαίσιο για να μπλοκάρουν μέτρα στήριξης και από την άλλη να χρησιμοποιούν τα ίδια ευρωπαϊκά χρήματα για μικροκομματικά οφέλη.
Ο πυρήνας του προβλήματος
Ο πρωτογενής τομέας, όσο προβληματικό κι αν είναι αυτό, δεν μπορεί σήμερα να λειτουργήσει χωρίς τα χρήματα της ΚΑΠ. Παρά τα λάθη, τις στρεβλώσεις και τις καταστροφικές της συνέπειες, πρόκειται για πόρους που εισρέουν στη χώρα και πρέπει να καταλήγουν στους αγρότες και τους κτηνοτρόφους.
Πρωταρχικής σημασίας, όμως, είναι η σύνδεση των επιδοτήσεων με την πραγματική παραγωγή, ώστε να μπει οριστικό τέλος στη λεηλασία των ευρωπαϊκών κονδυλίων από ανθρώπους χωρίς καμία σχέση με την παραγωγή, φαινόμενα που δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς την ανοχή –αν όχι τις πλάτες– του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Τα ευρωπαϊκά και εθνικά κονδύλια πρέπει να έχουν δύο και μόνο κατευθύνσεις:
1. τους πραγματικούς παραγωγούς
2. τις υποδομές
Υποδομές που θα κατευθύνονται πρωτίστως στην αυτάρκεια και την επάρκεια των υδατικών πόρων, αλλά και στη δραστική μείωση του λειτουργικού και ενεργειακού κόστους της αγροτικής παραγωγής. Συνεπώς, αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας (κυβέρνησης, Περιφέρειας και Δήμου) να ιεραρχήσει με σαφήνεια τις προτεραιότητες των έργων και να εφαρμόσει άμεσα ένα ολοκληρωμένο σχέδιο συντήρησης και εκσυγχρονισμού των υφιστάμενων υποδομών.
Απαιτείται άμεση χρηματοδότηση για νέα έργα, όπως φράγματα και υδροταμιευτήρες για την εξασφάλιση υδατικής επάρκειας, υπογειοποίηση και αντικατάσταση παλαιωμένων αρδευτικών δικτύων με στόχο τη μείωση των απωλειών, αυτοματοποίηση αντλιοστασίων, αντικατάσταση ενεργοβόρων αντλιών, καθώς και παρεμβάσεις εξοικονόμησης ενέργειας σε γεωτρήσεις και αρδευτικά συστήματα. Παράλληλα, απαιτούνται έργα αγροτικής οδοποιίας, συλλογικές και μικρές υποδομές αποθήκευσης και διαχείρισης νερού.
Από την άλλη, πρέπει επιτέλους να δοθεί προτεραιότητα στους Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων, ώστε να προχωρήσουν στη δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων μειώνοντας ουσιαστικά το ενεργειακό κόστος της άρδευσης, χωρίς να εξαρτώνται από το χρηματιστήριο ενέργειας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μη έγκαιρη ανανέωση της διακρατικής συμφωνίας για τα νερά του Άρδα με τη Βουλγαρία, είτε από ανικανότητα είτε από αδιαφορία, απειλεί άμεσα την άρδευση ολόκληρου του νομού και τον υδροβιότοπο του Δέλτα του Έβρου. Σήμερα, που δυστυχώς η χώρα βρίσκεται σε δυσμενέστερη διαπραγματευτική θέση, είναι επιτακτική ανάγκη να υπογραφεί άμεσα μια νέα, μακροχρόνια συμφωνία, ώστε να διασφαλιστεί η άρδευση της περιοχής και να υπάρξει ο αναγκαίος χρόνος για να υλοποιηθούν έργα που εκκρεμούν εδώ και δεκαετίες και να προχωρήσουν, επιτέλους, με ρυθμούς που δεν έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα.
Δεν μπορεί να παραγνωρίζεται και το ζήτημα των αναδασμών, οι οποίοι εδώ και δεκαετίες παραμένουν ξεχασμένοι και στάσιμοι, παράγοντας αγρότες δύο και τριών ταχυτήτων, παγιώνοντας βαθιές ανισότητες στον αγροτικό κόσμο.
Στη συζήτηση για το κόστος παραγωγής και των χαμηλών τιμών, δεν μπορεί να απουσιάζουν οι συνεταιριστικές δομές. Ο ρόλος τους ήταν και παραμένει η μείωση του κόστους, η συλλογική οργάνωση της παραγωγής και η ενίσχυση της διαπραγματευτικής δύναμης των αγροτών. Αντί γι’ αυτό, από τη δεκαετία του ’90 και μετά, η πολιτεία απαξίωσε συστηματικά το συνεταιριστικό κίνημα, το εργαλειοποίησε για μικροκομματικά οφέλη και το οδήγησε σε υπερχρεωμένες ενώσεις, ανίκανες να επιτελέσουν τον θεσμικό τους ρόλο.
Σήμερα, είναι αναγκαίο, τόσο οι ίδιοι οι αγρότες όσο και η πολιτεία, να προστατεύσουν και να ενισχύσουν τα συνεταιριστικά σχήματα, απαλλαγμένα από κομματικές και κυβερνητικές εξαρτήσεις, ώστε να αποτελέσουν ξανά ένα πραγματικό και αποτελεσματικό εργαλείο στα χέρια των παραγωγών.
Την ίδια στιγμή, παραμένουν ανεξέλεγκτα τα καρτέλ που λυμαίνονται τον χώρο της γεωργικής φαρμακοβιομηχανίας. Οι Έλληνες αγρότες πληρώνουν τα ακριβότερα φυτοφάρμακα στην Ευρώπη, όχι λόγω ποιότητας, αλλά λόγω έλλειψης ουσιαστικών ελέγχων. Σκευάσματα της ίδιας εταιρείας, με την ίδια δραστική ουσία, κοστίζουν δύο και τρεις φορές ακριβότερα σε σχέση με γειτονικές χώρες, καθιστώντας το κόστος παραγωγής δυσβάστακτο και τα ταμεία των εταιρειών γεμάτα.
Ελληνική ΚΑΠ
Η ΚΑΠ, σε εθνικό επίπεδο, έχει διαμορφωθεί με τέτοιον τρόπο ώστε τα τελευταία χρόνια οι αγρότες να μην γνωρίζουν καν τι ακριβώς πληρώνονται και για ποιες δράσεις. Η βασική ενίσχυση έχει μειωθεί πάνω από 40% από το 2021, ενώ η αντικατάσταση του πρασινίσματος από τα οικολογικά σχήματα αποτέλεσε το τελικό πλήγμα. Ήδη από την πρώτη ανάγνωση του προσχεδίου της ΚΑΠ 2023–2027 ήταν σαφές ότι πρόκειται για ανεφάρμοστες δράσεις, σχεδιασμένες για χώρες με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά.
Η κατάσταση στα οικολογικά σχήματα αγγίζει τα όρια της κωμικοτραγικότητας. Εκατομμύρια ευρώ κατευθύνθηκαν, μέσω των αγροτών, σε εταιρείες και φορείς-φαντάσματα που αποκόμισαν τεράστια κέρδη από πιστοποιήσεις και «συμβουλευτικές υπηρεσίες», χωρίς κανένα ουσιαστικό όφελος για τον κλάδο ή την κοινωνία.
Παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει σχεδόν 25 χρόνια από την πρώτη εφαρμογή της ΚΑΠ, η χώρα μας δεν κατάφερε ποτέ να τη διαμορφώσει με βάση τις εθνικές ανάγκες. Χωρίς σχεδιασμό, χωρίς κατεύθυνση και χωρίς περιφερειακές στοχεύσεις, από την Κρήτη μέχρι τον Έβρο ισχύουν οι ίδιες υποχρεώσεις για εντελώς διαφορετικά παραγωγικά μοντέλα. Ακόμη και στην τελευταία προδημοσίευση των νέων Σχεδίων Βελτίωσης, η κυβέρνηση δείχνει είτε ανικανότητα ιεράρχησης των πραγματικών αναγκών είτε εξάρτηση από συγκεκριμένα συμφέροντα.
Monitoring
Στο πλαίσιο του ελέγχου και της δικαιότερης κατανομής των ενισχύσεων, η χώρα εφαρμόζει τα τελευταία χρόνια τον δορυφορικό έλεγχο των αγροτεμαχίων. Θεωρητικά, το σύστημα θα εξασφάλιζε διαφάνεια, έγκαιρη ενημέρωση για λάθη και μείωση των επιτόπιων ελέγχων. Η ελληνική πραγματικότητα, όμως, είναι εντελώς διαφορετική. Φέτος, ο Έβρος και συνολικά η Θράκη έζησαν το απόλυτο θέατρο του παραλόγου. Αγροτεμάχια που πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις, ήταν καλλιεργημένα και παραγωγικά, απορρίφθηκαν από το σύστημα. Οι δικαιολογίες του Υπουργείου περιορίστηκαν σε εξηγήσεις επιπέδου μαθήματος πληροφορικής της ΣΤ’ Δημοτικού. Τελικά, παραδέχθηκαν ότι οι διασταυρώσεις έγιναν μέσω χαρτών της Google, παρ’ όλο που το ελληνικό κράτος έχει δαπανήσει εκατομμύρια ευρώ για δορυφορικά συστήματα. Ακόμη και σήμερα, οι πληρωμές γίνονται με λανθασμένους υπολογισμούς και δεκάδες αγροτεμάχια παραμένουν εκτός ενισχύσεων.
Κτηνοτροφία:
Η κτηνοτροφία αποτελεί ίσως το πιο αποκαλυπτικό παράδειγμα της συνολικής αποτυχίας της αγροτικής πολιτικής που εφαρμόστηκε τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι από τον συγκεκριμένο κλάδο ξεκίνησε να ξετυλίγεται το κουβάρι των καταγγελιών για τους βοσκότοπους, τις εικονικές δηλώσεις και τις επιδοτήσεις σε ζώα που δεν υπήρξαν ποτέ.
Σήμερα, ο κλάδος βρίσκεται δέσμιος αυτών των πολιτικών επιλογών, ενώ η κυβέρνηση αποφεύγει συστηματικά να αναλάβει τις ευθύνες της ακόμη και σε κρίσιμα ζητήματα δημόσιου και ζωικού συμφέροντος, όπως η πρόληψη και η διαχείριση των ζωονόσων.
Τα τελευταία χρόνια, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρές ζωονόσους, με τεράστιες απώλειες ζωικού κεφαλαίου. Παρ’ όλα αυτά, οι εμβολιασμοί δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, τα πρωτόκολλα πρόληψης δεν εφαρμόστηκαν ποτέ και η ευθύνη μετατέθηκε, για ακόμη μία φορά, στους ίδιους τους κτηνοτρόφους.
Η έλλειψη σχεδίου, προσωπικού και πολιτικής βούλησης στις κτηνιατρικές υπηρεσίες οδήγησε σε μια διαχείριση πρόχειρη και αναποτελεσματική, με αποτέλεσμα τη θανάτωση εκατοντάδων χιλιάδων ζώων, χωρίς ουσιαστική πρόληψη και χωρίς πραγματική θωράκιση του κλάδου απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.
Προβληματισμός προκύπτει και από το γεγονός ότι, παρά την απώλεια σχεδόν μισού εκατομμυρίου ζώων, δεν καταγράφηκε αντίστοιχη μείωση στον κύκλο εργασιών ή στην παραγωγικότητα των μεγάλων γαλακτοβιομηχανιών. Το γεγονός αυτό γεννά σοβαρά ερωτήματα για την προέλευση των πρώτων υλών, την ελληνικότητα των προϊόντων και την επάρκεια των ελέγχων τόσο στα τελωνεία όσο και σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Για περιοχές όπως ο Βόρειος Έβρος, η ενίσχυση της κτηνοτροφίας θα μπορούσε και θα έπρεπε να αποτελεί στρατηγική επιλογή. Ένας ισχυρός κτηνοτροφικός τομέας θα έδινε διέξοδο και στους αγρότες, θα επέτρεπε την παραγωγή ζωοτροφών, θα οδηγούσε σε αναδιάρθρωση των καλλιεργειών και σε ένα καθετοποιημένο παραγωγικό μοντέλο με τοπικές γαλακτοβιομηχανίες. Έτσι, η υπεραξία θα παρέμενε στον τόπο, θα δημιουργούνταν σταθερές θέσεις εργασίας και θα αποτελούσε ένα πραγματικό ανάχωμα στη δημογραφική κατάρρευση της περιοχής.
Μελισσοκομία
Αντίστοιχα, η μελισσοκομία αντιμετωπίζει χρόνια και δομικά προβλήματα, παρόμοια με εκείνα της κτηνοτροφίας. Οι παράνομες «ελληνοποιήσεις» μελιού, οι ανεπαρκείς έλεγχοι στις εισαγωγές και ένα θολό και αντιφατικό νομοθετικό πλαίσιο έχουν αφήσει τους Έλληνες μελισσοκόμους εκτεθειμένους στον αθέμιτο ανταγωνισμό. Την ίδια στιγμή, η απουσία ουσιαστικών κοινοτικών ενισχύσεων και στοχευμένων μέτρων στήριξης στερεί από τον κλάδο τα αναγκαία εργαλεία για να παραμείνει βιώσιμος.
Η κατάσταση επιδεινώνεται δραματικά από τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur, η οποία απειλεί άμεσα τη μελισσοκομία περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο αγροτικό κλάδο, καθώς ανοίγει την ευρωπαϊκή αγορά σε τεράστιες ποσότητες εισαγόμενου μελιού, χαμηλής ποιότητας και κόστους, με ελάχιστους ή μηδενικούς δασμούς. Πρόκειται για μια εξέλιξη που συμπιέζει τις τιμές, απαξιώνει το ελληνικό μέλι και καθιστά αδύνατη τη συνέχιση της παραγωγής για χιλιάδες μικρούς μελισσοκόμους.
Παράλληλα, ο κλάδος παραμένει εγκλωβισμένος σε μονοπωλιακές πρακτικές στην τυποποίηση και τη διάθεση του προϊόντος, με αποτέλεσμα η υπεραξία να μην επιστρέφει στον παραγωγό. Η πολιτεία, αντί να προστατεύσει ένα προϊόν με υψηλή διατροφική, περιβαλλοντική και εξαγωγική αξία, επέλεξε διαχρονικά να αφήσει τη μελισσοκομία απροστάτευτη, αντιμετωπίζοντάς την ως δευτερεύοντα κλάδο, παρότι αποτελεί βασικό πυλώνα της αγροτικής παραγωγής και της βιοποικιλότητας.
Εξεταστική επιτροπή
Τέλος, όλος ο ελληνικός λαός παρακολουθεί μέσω της εξεταστικής επιτροπής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ πώς αντιλαμβάνεται η συγκεκριμένη κυβέρνηση τον πολιτικό δημόσιο βίο. Υπερόπτες πολιτικοί που αποφασίζουν οι ίδιοι αν θα κατηγορηθούν, θρασύδειλα κομματικά και υπηρεσιακά στελέχη γεμάτα αλαζονεία, επικαλούνται το δικαίωμα στη σιωπή, πουλάνε τσαμπουκά στην επιτροπή και προκαλούν τον κόσμο με τις απαντήσεις τους και τη στάση τους.
Θα μάθουμε άραγε ποτέ πόσοι νέοι εγκατέλειψαν τα χωράφια, τις μονάδες τους και τις κυψέλες τους επειδή κάποιοι τους στέρησαν τα χρήματα που δικαιούνταν, για να γίνουν πολυτελή αυτοκίνητα, ξενοδοχεία και να εξασφαλίσουν ψήφους; Για να διατηρήσει ο τοπικός βουλευτής την καρέκλα του και ο πρωθυπουργός τη διοίκηση της χώρας που θεωρεί ότι του ανήκει;
Το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ δεν έβγαλε τους αγρότες στον δρόμο, τους εξόργισε και τους όπλισε με δύναμη και υπομονή να παλέψουν μέχρι τέλους.
Αντί επιλόγου
Στον Βόρειο Έβρο, όλα τα παραπάνω αποτυπώνονται με τον πιο σκληρό τρόπο στο δημογραφικό. Μετά το κλείσιμο της ΕΒΖ, χωρίς καμία ουσιαστική αντικατάσταση της βιομηχανίας και της τευτλοκαλλιέργειας, τα χωριά αδειάζουν με τον ίδιο ρυθμό που μειώνεται ο αγροτικός πληθυσμός.
Δεν μπορούμε να μιλάμε για ανάπτυξη χωρίς ισχυρό πρωτογενή τομέα και μεταποίηση. Δεν μπορούμε να μιλάμε για «ανασυγκρότηση» όταν αυτή περιορίζεται σε επικοινωνιακές εξαγγελίες. Τα προβλήματα του τόπου δεν λύνονται ούτε με αποσπασματικές επιδοτήσεις ούτε με φωτογραφίες υπουργών και υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα.
Αν φέτος δεν στηριχθεί ουσιαστικά ο πρωτογενής τομέας, αν δεν διασφαλιστεί η βιωσιμότητά του και αν δεν υπάρξει άμεση επένδυση σε υποδομές, μεταποίηση και παραγωγή, τότε το μέλλον της περιοχής μας προμηνύεται ζοφερό.
Και τότε, δεν θα μιλάμε πια για αποτυχία αγροτικής πολιτικής ή κυβερνητικού σχεδιασμού.
Θα μιλάμε για ζήτημα ύπαρξης.
Το παρόν κείμενο αποτελεί προσωπική άποψη και δεν αντικαθιστά ούτε υποβαθμίζει το πλαίσιο αιτημάτων του μπλόκου που συμμετέχω και της Πανελλαδικής Επιτροπής Μπλόκων.
Αγγελακούδης Ηλίας






