Το “Δημοβούλιο Ορεστιάδας” παρεμβαίνει και προτείνει

Συντάκτης Χάρης Κανταρίδης 25 Μαΐου, 2024 11:31

Το “Δημοβούλιο Ορεστιάδας” παρεμβαίνει και προτείνει

Μια νέα πρωτοβουλία ενεργών πολιτών παίρνει σάρκα και οστά στην πόλη της Ν. Ορεστιάδας, με την ονομασία «Δημοβούλιο Ορεστιάδας». Με την μακροσκελή επιστολή, την οποία παραθέτουμε στη συνέχεια, επιχειρεί να παρέμβει στα δρώμενα της περιοχής. Προτείνοντας ενέργειες που – σύμφωνα με τους συντάκτες της – θα αναβαθμίσουν και θα αναζωογονήσουν την περιοχή, σε ό,τι αφορά στην οικονομική της ζωή, το τουριστικό προϊόν, τις υποδομές και την όλη εν γένει ποιότητα διαβίωσης των πολιτών του δήμου.

Η επιστολή – που έχει σταλεί και στο δήμαρχο κ. Παπαδόπουλο – αναλύει την προέλευση του ονόματος «Νέα Ορεστιάδα», παραθέτοντας ιστορικά στοιχεία από το μακρινό παρελθόν μέχρι τους πρόσφατους χρόνους, καταλήγοντας σε προτάσεις που χρήζουν τις προσοχής και της συζήτησης.  

Swiss Approval

Ορεστιάδα 17-05-2024

Η Ορεστιάδα ως νέο προάστιο της ευρύτερης περιοχής Αδριανουπόλεως

Η Ορεστιάδα και οι κάτοικοί της είναι φορείς μιας μακραίωνης παράδοσης που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Θέλουν να ανάγουν την ίδρυση της Ορεστιάδας στους μυθικούς χρόνους με οικιστή τον γιο του Αγαμέμνονα Ορέστη. 

Δύο από τους πιο γνωστούς ιστοριοδίφες της Θράκης, ο Α. Σαμοθράκης και ο Κ. Κουρτίδης δίνουν στοιχεί διαμετρικά αντίθετα.

Ο Αχ. Σαμοθράκης γράφει:

«Ἀλλά ποῖον ἦτο τό ἀρχικόν ὄνομα τῆς πόλεως, ἡ ὁποία μετωνομάσθη βραδύτερον Ἀδριανούπολις πρός τιμήν τοῦ αὐτοκράτορος Ἀδριανοῦ: Περί τούτου ὑπάρχει διαφωνία μεταξύ τῶν ἱστορικών καί γεωγράφων τῆς ἀρχαιότητος. 

Κατά τινα παράδοσιν, μή έπιβεβαιουμένην ἱστορικῶς, ἡ ἵδρυσις τῆς πόλεως ἀνάγεται εἰς τόν Ὀρέστην, υἱόν τοῦ Ἀγαμέμνονος, ὅστις καταδιωκόμενος ὑπό τῶν Ἐριννύων διά τόν φόνον τῆς μητρός του Κλυταιμνήστρας, ἔφθασε μετά πολλάς περιπέτειας εἰς τό μέρος τοῦτο τῆς Θράκης, ὅπου λουσθείς, κατά τινα χρησμόν, εἰς τά ὕδατα τῆς συμβολῆς τῶν τριῶν ποταμῶν, ἐθεραπεύθη ἐκ τῆς κατατρυχούσης αὐτόν μανίας. Εἰς ἀνάμνησιν τῆς θεραπείας του, ἔκτισε τήν ὑπ’ αὐτοῦ ὀνομασθεῖσαν Ὀρεστιάδα ἤ Ὀρέστειαν, ἡ ὁποία κατά τινας εἶναι τό πρός δυσμάς τῆς Ἀδριανουπόλεως Καραγάτς ἤ καί αὓτη ἡ Ἀδριανούπολις. 

Ἡ παράδοσις αὓτη διετηρήθη ζωηροτάτη διά μέσου τῶν αἰώνων, πάντες δέ οἱ συγγραφεῖς παραδέχονται αὐτήν ὡς ἀληθῆ, πολλάκις δέ πρός ἐπίδειξιν ἀρχαιομαθείας προτιμοῦν τό ὄνομα Ὀρεστιάς πολλοί ἐκ τῶν νεωτέρων συγγραφέων, ὀνομάζουν τήν Ἀδριανούπολιν Ὀρεστιάδα καί ἀποδίδουν τήν ἵδρυσίν της εἰς τόν Ὀρέστην ἤ τόν υἱόν του Πενθίλον, ὁ ὁποῖος, κατά τήν ρητήν μαρτυρίαν τοῦ Στράβωνος (X III, 582) ἦλθεν εἰς τήν Θράκην μετά τόν ἐν Ἀρκαδίᾳ θάνατον τοῦ πατρός του, ἑξήκοντα ἔτη μετά τόν Τρωϊκόν πόλεμον1

Κατ’ ἄλλην ἐκδοχήν ἐπί τῆς θέσεως τῆς Ὀρεστιάδος, ὑπῆρχεν εἰς ἀρχαιοτάτην ἐποχήν ἡ Θρακική πόλις Οὐσκουδάμα ἤ κατ’ ἐξελληνισμένον τύπον Οὐσκούδαμος, ἡ ὁποία μετωνομάσθη Ἀδριανούπολις. 

Κατ’ ἄλλην πάλιν ἡ Οὐσκουδάμα μετωνομάσθη ὑπό τοῦ Όρέστου Ὀρεστιάς ἤ Ὀρέστεια, καί ὅτι ἡ Ὀρεστιάς μετωνομάσθη βραδύτερον Ἀδριανούπολις πρός τιμήν τοῦ αὐτοκράτορος Ἀδριανοῦ. 

Πλήν τοῦ ὀνόματος: Ὀρεστιάς καί Οὐσκουδάμα ἐκαλεῖτο καί Ὀδρυσός. Ἦτο δέ ἡ Οὐσκουδάμα εἰς ἀρχαιοτάτην εποχήν πρωτεύουσα τῶν Ὀδρυσῶν Θρακὼν, ἑνός τῶν κυριωτέρων καί πολυπληθεστέρων Θρακικών λαῶν. 

Ἡ λέξις Οὐσκουδάμα εἶναι καθαρῶς Θρακική, σύνθετος ἐκ τοῦ Οὖσκος καί δάμα, καί τῶν δύο Θρακικών ἐπίσης λέξεων. Καί τό μέν πρῶτον συνθετικόν εἶναι, κατά πᾶσαν πιθανότητα, κύριον ὄνομα ἀρχαιοτάτου τινός ἣρωος ἤ δυνάστου τῆς Θράκης, τό δεύτερον εἶναι συγγενές πρός τό σανσκριτικόν: damas, ζενδιστί: dama, ἑλληνιστί: δόμος, λατινιστί: domus, καί σημαίνει: τόπον, πόλιν ἤ φρούριον. Κατά ταῦτα Οὐσκουδάμα σημαίνει τήν πόλιν ἤ φρούριον τοῦ Οὔσκου. Τό Οὖσκος συναντᾶται και ὑπό τόν τύπον Οἶσκος, ὅπως ὁ ποταμός Οἶσκος (νῦν Ἴσκερ) ἐκβάλλων εἰς τήν δεξιάν ὄχθην τοῦ Δουνάβεως καί ἡ παρ’ αὐτόν ὁμώνυμος πόλις (νῦν Gigen), ὅπου εὑρέθησαν ἐρείπια καί ἐπιγραφαί ἀναφερόμεναι εἰς τήν Colonia Ulpia Oescus. 

Ὅπως καί ἄν ἔχη τό πράγμα, τό βέβαιον εἶναι ὅτι ἐπί πολλούς αἰῶνας π.X. ἐκεῖ ὅπου κεῖται ἡ Ἀδριανούπολις, ὑπήρχε μικρά πόλις, τῆς ὁποίας ἐλάχιστα μνημεῖα, σώζονται, οὐδέν δέ, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, γνωστόν νόμισμα. Ἐκαλεῖτo δέ ὑπό μέν τῶν Ἑλλήνων Ὀρεστιάς, ὑπό δέ τῶν Θρακῶν Οὐσκουδάμα.

Ἐπισκεφθείς αὐτήν τό 127 μ.X. ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Ῥώμης Αἴλιος ΙΙόπλιος Ἀδριανός (117-138 μ.X.) καί ἐξωραΐσας, μετωνόμασεν ἀπό τοῦ ὀνόματός του Ἀδριανούπολιν καί Αἰλίαν. Ὡς δέ λέγεται, καί αὐτός πάσχων ἐξ ἀνιάτου νοσήματος, ἐλούσθη εἰς τά ὕδατα τῆς συμβολῆς τῶν τριῶν ποταμῶν καί ἐθεραπεύθη. 

Τό ὄνομα ’Αδριανούπολις ἐπεκράτησε διά μέσου τῶν αἰώνων, διατηρηθέν καί μετά τήν ὑπό τῶν Τούρκων κατάκτησιν μέ μικράν παραλλαγήν: Ἐδιρνέ ἤ Ἐδερνέ, ὑπενθυμίζον τόν ἱδρυτήν της, μόνον δέ οἱ Βούλγαροι αὐθαιρέτως καί ἐξ ὑπερβολικοῦ σωβινισμού κινούμενοι, ὀνομάζουν αὐτήν Odryn!

Ἡ ἱστορία τῆς πόλεως χάνεται εἰς τά σκότη τῶν αἰώνων καί εἶναι συνυφασμένη μέ τήν ἱστορίαν τῶν Ὀδρυσῶν. Ἐν τούτοις ἐκ πολλῶν τεκμηρίων φαίνεται ὅτι ἐνωρίτατα εἰσήχθη εἰς αὐτήν ὁ Ἑλληνικός πολιτισμός ἕνεκα τῆς μετά τῆς Αἴνου ἀδιαλείπτου ἐπικοινωνίας αὐτῆς καί τῶν λοιπῶν Ἑληνικῶν ἀποικιῶν, αἱ ὁποῖαι ἱδρύθησαν ἀπό τοῦ ὀγδόου ἤδη π.Χ. αἰῶνος εῖς παράλια τῆς Μεσημβρινῆς καί Ἀνατολικῆς Θράκης.

Κατά τόν πέμπτον καί τέταρτον αἰῶνα π.Χ. ὅτε συμπίπτει ἡ ἀκμή τῆς Ἑλλάδος, οἱ βασιλεῖς τῶν Ὀδρυσῶν, εὑρισκόμενοι εἰς ἐμπορικάς σχέσεις μετά τῶν Ἑλλήνων καί κηδεστείας συνάπτοντες, ἄλλοτε μέν συμμαχοῦντες μετ’ αὐτῶν κατά τοῦ Φιλίππου τοῦ Μακεδόνος, ἄλλοτε δέ μαχόμενοι κατ’ αὐτῶν, δέν ἔπαυον, διατηροῦντες ζωηράν τήν μετά τῶν ’Αθηναίων ἰδίως συγγένειαν, ὑφιστάμενοι οὕτω τήν ἀκαταμάχητον ἐπίδρασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ.

Ἡ ἐν Ὀρεστιάδι διάδοσις τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητος, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ἀνακαλυφθεισών Ἑλληνικῶν ἐπιγραφῶν καί συντριμμάτων ἀγαλμάτων καί ἀναγλύφων καί ἄλλων εὑρημάτων τέχνης. Ὅσον δέ πλησιάζομεν εἰς Ῥωμαϊκούς χρόνους, τόσον περισσότεροι καί ἀναμφισβήτητοι εἶναι αἱ ἀποδείξεις, διότι, φαίνεται ὅτι ἀπό τῆς κατοχῆς τῆς Θράκης ὑπό τοῦ Μεγάλου ’Αλεξάνδρου καί τῶν διαδόχων αὐτοῦ, ὁ ἀπό τῶν παραλίων Ἑλληνικῶν πόλεων ἀρξάμενος ἐξελληνισμός τῆς χώρας ἀπό τῶν ἡγεμόνων καί βασιλέων ἤρχισε νά ἐξαπλοῦται καί εἰς τάς λαϊκάς τάξεις. Οἱ λαμβάνοντες μέρος εἰς τούς κατά τῶν Περσῶν ἀγῶνας νέοι τῆς Θράκης καθώς καί εἰς τούς μεταξύ τῶν Ἑλλήνων ἀγῶνας, ἐκμανθάνοντες τήν ἑλληνικήν γλῶσσαν καί τά ἑλληνικά ἤθη καί ἔθιμα, ἐπιστρέφοντες εἰς τάς ἑστίας των ἐγίνοντο φορείς τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ» (Σαμοθράκης 1963, 23-24).

Ο Κ. Κουρτίδης μας δίνει τη δική του εκδοχή. 

«Κατά τινας ἡ Οὐσκουδάμα μετωνομάσθη κατόπιν ΟΡΕΣΤΙΑΣ ἤ Ὀρέστεια. Τοῦτο κατά τήν γνώμην μου εἶναι ἁπλή εἰκασία, μή στηριζομένη ἐπί αὐθεντικῆς τινός ἤ ἱστορικῆς μαρτυρίας, εἰ μή εἰς φερομένην τινά παράδοσιν, τήν ὁποίαν μεταγενέστεροι Ρωμαῖοι ἱστορικοί καί Βυζαντινοί χρονογράφοι ἀνήγαγον εἰς ἱστορικήν περιωπήν.

Ὁ Στράβων δέν ἀναφέρει ποσώς, ὅτι ὁ Ὀρέστης ἦλθεν εἰς τήν Θρᾲκην. Ἐνισχυόμεθα δέ εἰς τήν γνώμην ἡμῶν ταύτην καί ἀπό ἄλλην τινά μαρτυρίαν τοῦ ἐξ Ἀμασείας γεωγράφου, ὅστις λέγει ὅτι

«Ὁ Ὀρέστης ἔκτισεν, ὡς λέγεται, τήν ἐν Ἠπείρῳ Ὀρεστιάδα φεύγων τόν τῆς μητρός φόνον». 

Ἑπομένως, ἐάν ὁ Ὀρέστης ἔκτιζε τήν ἐν Θρᾲκῃ Ὀρεστιάδα, ὁ Στράβων θά ἐμνημόνευε τοῦτο, καί ἄν ἀκόμη ἐπρόκειτο περί ἁπλῆς παραδόσεως (ὡς λέγεται).

Ἀλλ’ ἐκτός τοῦ Στράβωνος οὔτε Ὀ Πλίνιος οὔτε ὁ μέ ἰδιαιτέραν πάντοτε προσοχήν καί ἀκρίβειαν ἀριθμῶν τά τοιαῦτα Στέφανος ὁ Βυζάντιος ἀναφέρει τι περί τῆς ἐν Θρᾲκῃ Ὀρεστιάδος, περιορίζεται δέ ἁπλῶς εἰς τά ἑξῆς.

«Ὀδρύσαι, ἔθνος Θρᾲκης. Ἔστι δέ καί Ὄδρυσα πόλις αὐτῶν, ἥ καί Ὀδρυσία λέγεται».

Ἐπίσης δέν δυνάμεθα κατά μείζονα λόγον νά στηριχθῶμεν εἰς τήν μαρτυρίαν τοῦ Βυζαντινοῦ ποιητοῦ Ἰωάννου Τζέτζη (1150 μ.Χ.), κατά τήν ὁποίαν ὁ αὐτοκράτωρ Ἀδριανός ἐκστρατεύσας κατά τῶν Σκυθῶν καί εἰς τά μέρη ἐκεῖνα τῆς Θρᾲκης κυνηγήσας» (Κουρτίδης 2006, 164-166). 

«Τό πρίν μικρόν πολίχνιον κλῆσιν Ὀρεστιάδα, 

Ὅ Ἀγαμέμνονος υἱός πρίν ἤγειρεν Ὀρέστης, 

(Ἐκεῖ λουθείς γάρ ποταμοῖς ἰάθη τῆς μανίας) 

Καθηρηκώς Ἀδριανός ὁ βασιλεύς, ὅν ἔφην,  

Ἀδριανός καί Αἴλιος, διπλῆν ἔχων τήν κλῆσιν,

Εἰς κάλλος τε καί μέγεθος ἀνήγειρεν αὐξήσας,

Πόλιν Ἀδριανοῦ, πόλιν Αἰλίαν ὀνομάσας». 

(Τζέτζης 1826, Ιστορία 247, σ. 321). 

Τη μικρή πόλη που πριν ονομαζόταν Ορεστιάδα,

την οποία ο γιος του Αγαμέμνονα, Ο Ορέστης, ίδρυσε,

(Εκεί, αφού λούστηκε στα ποτάμια, γιατρεύτηκε από τη μανία του).

Αφού καθάρθηκε ο βασιλιάς Αδριανός για τον οποίο μίλησα,

ο Αδριανός και ο Αίλιος, έχοντας δύο ονόματα, 

την ξανάκτισε και την αύξησε σε ομορφιά και μέγεθος, 

αφού την ονόμασε πόλη του Αδριανού, πόλη Αιλία. 

«Τά περί ἰάσεως τοῦ Ὀρέστου ἐκ τῆς μανίας, λουσθέντος εἰς τήν συμβολήν τῶν τριῶν τούτων ποταμῶν, εἶναι καθαρά μυθεύματα καί φαντασιώδεις ἐπινοήσεις μεταγενεστέρων, ὡς εἴπομεν, ἱστοριογράφων, ἀρεσκομένων νά στηρίζωνται εἰς μίαν μυθικήν παράδοσιν. 

Ταύτην ἀκολουθοῦν καί οἱ μεταγενέστεροι τοῦ Τζέτζη Βυζαντινοί ἱστοριογράφοι καί χρονογράφοι Ἰωάννης Ζωναρᾶς, Εὐφραίμιος καί Νικηφόρος Γρηγορᾶς ὀνομάζοντες τήν πρό τῆς Ἀδριανουπόλεως ἐκεῖ κειμένην πόλιν Ὀρεστιάδα, χωρίς νά ἀναφέρουν τήν Οὐσκουδάμαν» (Κουρτίδης 2006, 164-166).

Η ονομασία της Ορεστιάδας ίσως να μην οφείλεται στον Ορέστη, αλλά να προέρχεται από τις Νύμφες Ορεστιάδες. Αυτές οι Νύμφες, κατά την ελληνική μυθολογία, κατοικούσαν στα βουνά, στα όμορφα άλση, στις πηγές των ποταμών και στα χλοερά λιβάδια. Στην «Ιλιάδα» οι Ορεστιάδες φυτεύουν φτελιές γύρω από τον τάφο του Ηετίωνα, πατέρα της Ανδρομάχης, που τον σκότωσε ο Αχιλλέας. Η λέξη καραγάτς στα τουρκικά σημαίνει φτελιά (Τσονίδης 1980, 49-50).

Υπάρχει, λοιπόν, η εκδοχή ότι αυτή η πόλη, που σήμερα ονομάζουμε, Αδριανούπολη κάποτε ονομαζόταν Ορεστιάδα, αλλά λείπουν τα στοιχεία για να μπορεί να αποδειχθεί. Όπως λέει ο Κ. Κουρτίδης δεν έχουμε κάποιο νόμισμα της αρχαιότητας. Δεν υπάρχει επιπλέον μία επιγραφή ή δεν έχει καταγραφεί η ονομασία από κάποιον ιστορικό ή άλλον συγγραφέα της αρχαιότητας. 

Από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. στην περιοχή της Θράκης κυριαρχούσε το Βασίλειο των Οδρυσών μέχρι το 46, έτος κατά το οποίο υποτάχθηκε στη Ρώμη και η Θράκη μεταβλήθηκε σε επαρχία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Κατά την κυριαρχία των Οδρυσών δεν γνωρίζουμε ποια ήταν η πρωτεύουσα του βασιλείου τους. Πιθανολογείται η Βιζύη, η Ουσκουδάμα, η σημερινή δηλαδή Αδριανούπολη, τα Κύψελλα και ίσως η Σευθόπολις, κοντά στη σημερινή Φιλιππούπολη. Για Ορεστιάδα την περίοδο αυτή δεν γίνεται λόγος και είναι λογικό οι ηγεμόνες των Οδρυσών να αγνοούσαν την ίδρυση μιας πόλης που ιδρύθηκε από τον Ορέστη ή, αν γνώριζαν, δεν είχαν κάποιο λόγο να προβάλουν το όνομα που παρέπεμπε στην Αρκαδία της Πελοποννήσου. 

Η παλαιότερη υπαινικτική και όχι ξεκάθαρη αναφορά για Ορεστιάδα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, προέρχεται από τον Στράβωνα και είναι του 1ου αιώνα π.Χ. Ο Στράβων λέει ότι ο γιος του Ορέστη, ο Πενθίλος, έχει κάποια σχέση με τη Θράκη. Δεν αναφέρει τίποτα για την ίδρυση της Ορεστιάδας. Η Θράκη στη συνέχεια έγινε επαρχία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας το 46. Τον 2ο αιώνα ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός αυτή την πόλη την εξωράισε και προς τιμή του ονομάστηκε Αδριανούπολη, χωρίς να υπάρχει καμία πληροφορία πώς ονομαζόταν μέχρι τότε. Έκτοτε καθιερώθηκε ως Αδριανούπολη και έτσι αναφέρεται στην ελληνική γραμματεία έως την εποχή του 10ου αιώνα. 

Εξαίρεση αποτέλεσε η περίοδος από τον 4ο αιώνα και μετά, κατά τους οποίους έχουμε αναφορά της πόλης ως Ουσκουδάμα από Ρωμαίους συγγραφείς.

Ο Αμμιανός Μαρκελλίνος (Ammianus Marcellinus) (330-400) ήταν Ιστορικός ελληνικής καταγωγής, αλλά έγραψε στη λατινική γλώσσα το έργο Res Gestae σε 31 βιβλία (Σακελλαρόπουλος 1971, 329). 

«Post hanc Haemimontus Handrianopolim habet, (quae dicebatur Uscudama) et Anchialon, civitates magnas et opulentas» 

(Marcellinus 1939, Βιβλίο 27, κεφ. 4, 12).

 Μετά από αυτή, η επαρχία του Αιμιμόντου έχει την Αδριανούπολη, (η οποία λέγεται Ουσκουδάμα) και την Αγχίαλο, μεγάλες πόλεις και πλούσιες. 

Ο Αίλιος Λαμπρίδιος (Aelius Lampridius) (4ος αι. μ.Χ.), ένας εκ των συγγραφέων της «Historiα Augustα»2, μιας συλλογής βίων Ρωμαίων αυτοκρατόρων από τον Αδριανό ως το Νουμεριανό (117 – 284), αναφέρει την πόλη ως Oresta και ότι την έκτισε ο Ορέστης (Lampridius , VII, 5-7· Κουρτίδης 1928, 311). 

«Posteaquam se apud tria flumina circa Hebrum ex response purificavit, etiam Orestam condidit civitatem… Et Orestam quidem urbem Hadrianus suo nomini 

vindicari jussit eo tempore». 

(Lampridius 1921, Antoninus Heliogabalus VII, 7-8). 

Ύστερα αυτός (ο Ορέστης) στη συμβολή τριών ποταμών περί τον Έβρο σε ανταπόδοση διασφάλισε και ίδρυσε την πόλη Ορέστεια… Και την Ορέστεια ο Αδριανός στην εποχή του διέταξε να λάβει το δικό του όνομα. 

Ο Festus (ή Sextus Rufus), Ρωμαίος Ιστορικός του 4ου αιώνα, έγραψε το Breviarum Rerum Gestarum Populi Romani. Σ’ αυτό την Αδριανούπολη την αναφέρει ως Ουσκουδάμα. 

«Marcus Lucullus per Thracias cum Bessis primus pugnavit; ipsamque caput gentis Thraciam vicit: Haemimontanos subegit, et Eumolpiadem, quae nunc Philippopolis dicitur; Uscudamam, quae modo Hadrianopolis nominatur, in ditionem nostram redegit: Cabylen cepit».

 (Festus 1967, 5, 9). 

Ο Μάρκος Λούκουλλος για τη Θράκη πρώτος πολέμησε με τους Βέσσους. Επικεφαλής του γένους μας κατέκτησε τη Θράκη. Υπέταξε την περιοχή του Αίμου και την Ευμολπιάδα, η οποία τώρα ονομάζεται Φιλιππούπολη. Έθεσε υπό την κυριαρχία μας την Ουσκουδάμα, η οποία με νόμο ονομάζεται Αδριανούπολη. Κατέλαβε επίσης την Καβύλη. 

Η ονομασία της πόλης ως Αδριανούπολη κυριάρχησε έως τον 10ο αιώνα. Είχαν ξεχαστεί ή παραμεληθεί οι ονομασίες Ορεστιάδα, Ορέστεια ή Ουσκουδάμα.  

Ο Κωνσταντίνος Ζ΄ Πορφυρογέννητος (905-959) ήταν αυτοκράτορας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ήταν όμως άνθρωπος των γραμμάτων με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα για την Ιστορία αλλά και για τις άλλες επιστήμες. Χαρακτηριστικό του γνώρισμα ήταν η μεγάλη του επιμέλεια στην ανάγνωση. Ήταν πολύ φιλομαθής. Ο Κωνσταντίνος Ζ΄ αναδιοργάνωσε το Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας και δημιούργησε στην Κωνσταντινούπολη την αυτοκρατορική εγκυκλοπαιδική Βιβλιοθήκη του Καμιλά

Συγκέντρωσε, αντέγραψε και κατέταξε χειρόγραφα και σπάνια έργα που διαπραγματεύονταν θέματα Ιστορίας και διαφόρων θεσμών. Χάρη στον Κωνσταντίνο Ζ΄ σώθηκαν σπάνια κείμενα και υλικό από τα έργα συγγραφέων της αρχαιότητας, τα οποία θα είχαν εξαφανιστεί, όπως αφανίστηκε το 90% και πλέον της αρχαίας ελληνικής γραμματειακής παραγωγής κατά τη ρωμαιοκρατία.  

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η χρήση του ονόματος της Ορεστιάδας για την Αδριανούπολη εμφανίζεται αυτή την περίοδο. Το υλικό που είχε στη διάθεσή του ο Κωνσταντίνος Ζ΄ και όλοι οι μορφωμένοι Βυζαντινοί έδινε σ’ αυτούς τις απαραίτητες πληροφορίες για να μιλήσουν για την Ορεστιάδα. Έτσι, ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Ζ΄ μιλά για «Ὀδρυπός καί Ὀρεστιάς ἡ νῦν Ἀδριανούπολις» (Τσονίδης 1980, 49).

Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι δεν μπορεί να υπάρχει κάποια σκοπιμότητα εκ μέρους του περιβάλλοντος του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογέννητου, γιατί όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η ονομασία Ορέστεια για την Αδριανούπολη ήταν γνωστή και τον 4ο αιώνα και την αναφέρει ο Aelius Lampridious.  

Ο Ιωάννης Τζέτζης (1110-1180), συγγραφέας και ποιητής, έγραψε πληθώρα έργων και τα σωζόμενα αποσπάσματά τους είναι πολύτιμη πηγή για χαμένα αρχαία ελληνικά έργα. Γι’  αυτό δεν πρέπει να απορρίπτεται τόσο εύκολα η πληροφορία του για την Ορεστιάδα. 

Η Άννα Κομνηνή (1083-1153) είναι προγενέστερη συγγραφέας του Ι. Τζέτζη. Στο ιστορικό της έργο Ἀλεξιάς έχει τέσσερις αναφορές στην Ορεστιάδα. 

«Ἅπαντες οὖν οἱ κατὰ τὰς κωμοπόλεις αὐτόμολοι προσερχόμενοι ἐφήμιζον τοῦτον βασιλέα πλὴν τῶν κατὰ τὴν Ὀρεστιάδα· ἐκεῖνοι γὰρ ἐγκοτοῦντες πάλαι αὐτῷ διὰ τὴν τοῦ Βρυεννίου κατάσχεσιν τῷ μέρει τοῦ Βοτανειάτου προσέκειντο. Καταλαβόντες οὖν τὸν Ἀθύραν κἀκεῖσε διαναπαυσάμενοι τὴν μετ’ αὐτὴν ἐκεῖθεν ἀπάραντες τὰ Σχιζὰ κατέλαβον (κώμη δὲ καὶ τοῦτο Θρᾳκική) κεῖθι τὸν χάρακα πηξάμενοι» (Κομνηνή 1937, Βιβλίο 2, 6, 10). 

«Τοιγαροῦν τὸ γράμμα ὁ Πακουριανὸς ἀνελίξας τηνικαῦτα ὑποστράτηγον προχειρίζεται Νικόλαον τὸν Βρανᾶν, ἄνδρα γενναῖον καὶ πολλὴν περὶ τὰ πολεμικὰ ἐμπειρίαν ἔχοντα. Ὁ δὲ μετὰ τοῦ ὁπλιτικοῦ παντὸς καὶ τῶν τῆς μείζονος τύχης τῆς Ὀρεστιάδος σπουδαίως ἔξεισιν ἑνωθῆναι τῷ βασιλεῖ ἐπειγόμενος» (Κομνηνή 1937, Βιβλίο 4, 4, 1). 

«Καὶ ὁ Κατακαλὼν παραχρῆμα τῆς πρὸς τὴν Ὀρεστιάδα φερούσης εἴχετο μετ’ ἀγαθῶν τῶν ἐλπίδων λήσεσθαι τοὺς Κομάνους οἰόμενος» (Κομνηνή 1937, Βιβλίο 10, 3, 5). 

«Οὗτος δὲ ὁ Μαριανός, κἂν νέος τὴν ἡλικίαν ἦν καὶ ἐς μείρακας ἄρτι παραγγέλλων, ἀλλὰ πολλάκις τῶν τῆς Ὀρεστιάδος πυλῶν ἐξερχόμενος μετὰ τῶν Κομάνων ἐμάχετο καὶ τοσαυτάκις πλήττων ἢ καὶ κτείνων νικητὴς ἀνθυπέστρεφεν» (Κομνηνή 1937, Βιβλίο 10, 3, 6).

Ο Ιωάννης Ζωναράς(1074 περίπου-1159), εκκλησιαστικός συγγραφέας και χρονογράφος του 12ου αιώνα στο έργο του Επιτομή Ιστοριών γράφει: 

 «Οὗτος τοίνυν τὴν Ὀρεστιάδα οἰκῶν (οὕτω δὲ πάλαι ἡ πόλις ἐκαλεῖτο τοῦ βασιλέως Ἀδριανοῦ) τοὺς Μακεδόνας εἶχε προσέχοντας αὐτῷ ὡς δή τινι κρείττονι» (Ζωναράς 1871, 625).

Ο Νικήτας Χωνιάτης (1155-1215/16), Ιστορικός του 13ου αιώνα στο έργο του Χρονική Διήγησις αναφέρει την Αδριανούπολη, αλλά έχει και 14 αναφορές στην πόλη ως Ορεστιάδα. Ενδεικτικά:  

«Καὶ γεγονὼς κατὰ τὴν Ὀρεστιάδα, εἴπῃ δ᾿ ἄν τις ἄλλος Ἀδριανούπολιν, ἀφ᾿ ἧς ὥρμητο» (Χωνιάτης 1835, 360). 

«Ὁ δ᾿ Ἐρρῆς τὴν Ὀρεστιάδα καταλαβὼν στρατοπεδεύεται περὶ αὐτήν» (Χωνιάτης 1835, 821).

Ο Γεώργιος Παχυμέρης (1242-1310 περίπου) στο ιστορικό του έργο Συγγραφικαί Ιστορίαι αναφέρει την Ορεστιάδα 14 φορές. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά:

«Ἀλλ’ ὁ τῶν Σάρδεων, ἅμα τῷ τὸν πατριάρχην πεισθῆναι, καὶ αὐτὸς συνεπείθετο, τὰ πολλὰ συμβαλλομένου τῇ καταθέσει τοῦ τῆς κατὰ τὴν Ὀρεστιάδα Ἀδριανουπόλεως Γερμανοῦ» (Παχυμέρης 1835, vol. I, Βιβλίο Ι, 102). 

 «Ἐκεῖθεν τοίνυν ἐπανακάμπτουσι πρὸς τὸ Νύμφαιον καθιστῶντο τὰ κατὰ δύσιν ἄχρι καὶ Ὀρεστιάδος καὶ τὸ ἐπέκεινα» (Παχυμέρης 1835, vol. I, Βιβλίο Ι, 125-126).

«Πρῶτον πρὸς Θρᾴκην ἐξώρμα, τὰ κατὰ τὴν Ὀρεστιάδα καλῶς ὡς εἶχε διαθησόμενον, ἐν δευτέρῳ κἀκεῖνα τιθέμενος» (Παχυμέρης 1835, vol. I, Βιβλίο Ι, 137). 

Ο Νικηφόρος Γρηγοράς (1295-1360), ιστοριογράφος του 14ου αιώνα, αντί της  Αδριανούπολης χρησιμοποιεί στο έργο του Ρωμαϊκή Ιστορία την ονομασία της Ορεστιάδας 27 φορές. Ενδεικτικά αναφέρουμε:  

«Ἔδοξε μέντοι τοὺς μὲν ἄλλους ἐς τὸ τῆς Καλλιουπόλεως καταλιπόντα φρούριον αὐτὸν ἀπολεξάμενον διακοσίους παρὰ τὸν βασιλέα ἐληλυθέναι Μιχαὴλ ἐν Ὀρεστιάδι διάγοντα τότε τῇ Θρᾳκικῇ μετὰ τοῦ στρατοῦ» (Γρηγοράς 1829, vol. I, VII, 224). 

«Πρὶν δ’ ὅλην ἡμερῶν ἑβδομάδα παραδραμεῖν, ἄραντες ἐξ Ὀρεστιάδος πλῆθος οὐ μάλα ἀριθμητὸν ἱππέων καὶ πεζῶν, τοξοτῶν καὶ σφενδονητῶν, ᾔεσαν ἐπὶ τὴν βασιλεύουσαν» (Γρηγοράς 1829, vol. I, VIII, 319). 

«Κρύφα γε μὴν συχνοὶ τῶν τῆς Ὀρεστιάδος προὐχόντων, ἑταιρείαν πεποιηκότες, συνέθεντο περιελθόντι Καντακουζηνῷ τὰς πύλας ἀνοῖξαι, πρὶν αἰσθέσθαι τοὺς τυραννήσαντας δημότας, καὶ γράμματα ἔπεμψαν» (Γρηγοράς 1830, vol. II, XII, 620).

 «Παραχωρεῖν τὸν γαμβρὸν καὶ βασιλέα Παλαιολόγον ἑκόντα Ματθαίῳ τῷ γυναικαδέλφῳ τὴν ἐξ Ὀρεστιάδος ἄχρι Βιζύης μετά γε τῶν ἑκατέρωθεν χωρίων καὶ πόλεων γῆν αὐτονόμῳ νέμεσθαι δεσποτείᾳ» (Γρηγοράς 1855, vol. III, XXVII, 153). 

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός (1292-1383) στο ιστορικό του έργο Ἱστορίαι δεν αναφέρει καθόλου την Ορεστιάδα. Αντ’ αυτής χρησιμοποιεί την ονομασία Αδριανούπολη και Ἀδριανοῦ πόλις. Οι αναφορές του σε όλο το έργο του υπερβαίνουν τις 80 και οι περισσότερες είναι ως Ἀδριανοῦ πόλις. Μπορεί να γίνει κατανοητή αυτή η προτίμησή του. Ήταν αριστοκράτης και αυτοκράτορας. Ήταν φυσικό να προτιμήσει την ονομασία της πόλης που τιμούσε έναν Ρωμαίο αριστοκράτη και αυτοκράτορα. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις ακόλουθες αναφορές:

«Πέμπεται παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτῷ καὶ βασιλέως τῇ Ἀδριανοῦ πόλει ἐνδιατρίβειν»  (Καντακουζηνός 1828, vol. I, Βιβλίο Α΄, κεφ. 1, 13).  

«Πρὸς τὴν Ἀδριανοῦ μεταβῆναι πόλιν» (Καντακουζηνός 1828, vol. I, Βιβλίο Α΄, κεφ. 4, 23).  

 «Ἐκ τῆς πρὸς Ἀδριανοῦ πόλιν παρὰ τῷ βασιλεῖ Μιχαὴλ διατριβῆς» (Καντακουζηνός 1828, vol. I, Βιβλίο Α΄, κεφ. 8, 38).  

«Εἰς Ἀδριανούπολιν ἐλθὼν» (Καντακουζηνός 1828, vol. I, Βιβλίο Α΄, κεφ. 39, 189).   

«Καί πέμψας, έν Ἀδριανουπόλει τε ἐδήλου διατρίβειν καί μαθεῖν ἐθέλειν» (Καντακουζηνός 1831, vol. II, Βιβλίο Γ΄, κεφ. 10, 69). 

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (1430-1490) έγραψε το έργο του, όταν η Αδριανούπολη είχε καταληφθεί από τους Οθωμανούς και είχε ονομαστεί από αυτούς Εντίρνε. Γιατί οι Οθωμανοί προτίμησαν αυτή την ονομασία; Αυτοί δεν γνώριζαν την πανάρχαια ιστορία της πόλης. Την ονόμασαν έτσι, γιατί νόμισαν ότι ο διοικητής της ονομαζόταν Αδριανός. 

Ο Λ. Χακλκοκονδύλης παρ’ ότι στην εποχή του η πόλη ονομάζεται Αδριανούπολη (Εντίρνε) μας λέει σε δύο σημεία του ιστορικού έργου Ἀποδείξεις Ἱστοριών Δέκα τα εξής: 

«Τό τε πόλισμα, ὃ ἐπολιόρκει πρότερον, παρεστήσατο, καὶ Ὀρεστιάδα τὴν Ἀδριανούπολιν καλουμένην ἐλαύνων ἐπολιόρκει» (Χαλκοκονδύλης 1843, Βιβλίο I, 31-32). 

«Ἐξελόντες δὴ καὶ ἐξανδραποδισάμενοι ἤλαυνον εὐθὺ τῆς Βυζαντίου χώρας καὶ Ὀρεστιάδος» (Χαλκοκονδύλης 1843, Βιβλίο VI, 326). 

Ο Θρακολόγος Πολύδωρος Παπαχριστοδούλου για την Αδριανούπολη λέει: «Η πιο σημαντική πόλις της Θράκης πάνω στον Έβρο. Από την Κωνσταντινούπολη απέχει 240 χιλιόμετρα. Σήμερα τη λένε «Αδριανού» (πόλις). Ορεστιάδα την λέγαν κάποτε από τον Ορέστη» (Παπαθανάση-Μουσιοπούλου 1991, 33).        

Ο κάθε «μύθος» απηχεί κάποια πραγματικότητα και η πραγματικότητα είναι ότι η περιοχή της Ορεστιάδας είναι μέρος της ελληνικής επικράτειας πριν από τους κλασικούς χρόνους. Αν ειδικά για την Ορεστιάδα δεν είναι ιστορικά τεκμηριωμένο, για το γειτονικό «Διδυμότειχο είναι απολύτως βέβαιο, γιατί το Διδυμότειχο αναφέρεται στον κατάλογο των πόλεων που ήταν φόρου υποτελείς στους Αθηναίους και υπάγονταν στον «θράκιον φόρον». Η ευρύτερη περιοχή της σημερινής Αδριανούπολης – Ορεστιάδας – Διδυμοτείχου συνδέεται από τα πανάρχαια χρόνια με τους  Έλληνες και η ιστορία της είναι μέρος της ελληνικής ιστορίας (Κούζας 2008, 31).

Ενισχυτικό στοιχείο του παραπάνω ισχυρισμού αποτελεί η μαρτυρία του Γ. Λαμπουσιάδη: «Τό Ντόρτ – Καγιά εἶναι εἷς τῶν ἰσχυροτάτων προμαχώνων τῆς Ἀδριανουπόλεως, πρός βορρᾶν αὐτῆς, δεσπόζων τοῦ προαστείου Κιγικίου. Κατά τήν ἀρχαιότητα ὑπῆρχεν ἐπ’ αὐτοῦ μεγαλοπρεπής βωμός τῆς Ἀρτέμιδος, ἀναγόμενος εἰς αὐτόν τόν Ὀρέστην, τόν μυθικόν ἱδρυτήν τῆς Ἀδριανουπόλεως (Ὀρεστιάδος), ὡς ἐξάγεται ἔκ τινος σπανιοτάτου νομίσματος τῆς Ἀδριανουπόλεως, σωζομένου ἐν τῇ Νομισματολογικῇ Συλλογῇ τοῦ έν Ἀδριανουπόλει Τμήματος τοῦ Φιλεκπαιδευτικοῦ Συλλόγου. Τό πολύτιμον τοῦτο νόμισμα ἐσώζετο μέχρι τοῦ 1904, ὁπότε κατεστράφη μετ’ ἄλλων ἀρχαιολογικῶν κειμηλίων, κατά τήν μεγάλην πυρκαϊάν τῆς Ἀδριανουπόλεως, (19 Αὐγούστου 1904)» (Σαμοθράκης 1963, 547).

Ως Αδριανούπολη η πόλη αυτή από τους ρωμαϊκούς χρόνους ήταν κέντρο συγκοινωνιών και εμπορίου, αφού απείχε και απέχει από την Κωνσταντινούπολη 240 χιλιόμετρα.

Η Αδριανούπολη, παρά τη κατοχή της από τους Οθωμανούς Τούρκους, διατηρούσε πάντα την ελληνικότητά της και η κυρίαρχη πνοή της ήταν η ελληνική. Το 1573 την επισκέφθηκε ο Άγγλος περιηγητής Fil. du Fresque Cauay «και τη βρήκε γεμάτη από Έλληνες…». Η λαίδη Vortley Montagu την επισκέφθηκε το 1717 και έγραψε τις εντυπώσεις της. «Γενικά οι κάτοικοι είναι Ελληνικής καταγωγής… Οι συνήθειες της Ομηρικής εποχής εξακολουθούν ακόμα και το πλείστον στον τόπο… Πλειότερο εκπλήττομαι, βρίσκοντας συνήθειες αρχαίες, που δεν είχα συναντήσει…» (Παπαθανάση-Μουσιοπούλου 1991, 33).      

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας κάποιοι Έλληνες, που ζούσαν στην Αδριανούπολη, συγκεντρώθηκαν σε ένα προάστιο νοτιοδυτικά της πόλης, που είχε την ονομασία Καραγάτς. 

Ο Α. Σαμοθράκης για το Καραγάτς λέει: «Εἰς τήν ἀντίπεραν τοῦ Ἕβρου κεῖται τό ὡραῖον προάστειον Καραγάτς, τό ἐπί Ἑληνικῆς κατοχῆς μετονομασθέν Ὀρεστιάς, θερινόν ἐνδιαίτημα τῶν εὐπόρων Ἀδριανουπολιτῶν καί τῶν Εὐρωπαίων. Εἰς τό Καραγάτς, ἤδη ἀπό τοῦ XVII αἰῶνος ὑπῆρχον αἱ ἐπαύλεις τῶν ἐν Ἀδριανουπόλει ἐγκατεστημένων Εὐρωπαίων, καθώς καί αἱ οἰκίαι τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ξένων δυνάμεων» (Σαμοθράκης 1963, 32).

Ο Στυλιανός Γονατάς υπηρέτησε το 1907-1908 ως ειδικός γραφεύς στο Προξενείο Αδριανούπολης. Το Καραγάτς το περιγράφει ως εξής: «Το πιο φημισμένο προάστιο της Αδριανούπολης ήταν το Καραγάτς, που απείχε ¾ της ώρας από την πόλη και ήταν κέντρο της διεθνούς αριστοκρατίας. Εκεί ήταν ο σιδηροδρομικός σταθμός και λειτουργούσε ευπρόσωπο εστιατόριο, ζυθοπωλείο και καφενείο» (Παπαθανάση-Μουσιοπούλου 1991, 34).

Στο Καραγάτς κατέληγε η σιδηροδρομική γραμμή, η οποία κατασκευάστηκε το 1873 στην τότε Οθωμανική αυτοκρατορία και συνέδεε το Δεδέαγατς (Αλεξανδρούπολη) με την Αδριανούπολη. Η γραμμή αυτή ήταν τοπική. Συνέδεε μόνον αυτές τις δύο περιοχές. Έφτανε μέχρι τη σημερινή Νέα Βύσσα και λίγα χιλιόμετρα βόρεια από αυτήν έκανε παράκαμψη από την ευθεία και κατέληγε στο Καραγάτς. Εκεί λειτουργούσε ο κεντρικός σταθμός της Αδριανούπολης. Τα προϊόντα μεταφέρονταν από το Καραγάτς στην Αδριανούπολη μέσω της γέφυρας με άμαξες. 

Η Αδριανούπολη με τον σταθμό του Καραγάτς «μετατράπηκε σε σημαντικό κέντρο διεθνούς εμπορίου, συγκεντρώνοντας εκτός από μεγαλοστελέχη της Εταιρίας των Σιδηροδρόμων, μεγάλο πλήθος ξένων επενδυτών, εμπόρων και τραπεζιτών» (Μυρτσίδης, Δ. – Μυρτσίδης, Χ. 2016, 48).

Αυτή όμως η αλλαγή δεν ωφέλησε την ελληνική κοινότητα της ευρύτερης Αδριανούπολης. 

«Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι η κατά το 1872 εγκατάστασις του σιδηροδρόμου ωφέλησε μεν πολυειδώς την ημετέραν πόλιν, εις αδιάλειπτον αυτήν τιθείσα συγκοινωνίαν μετά των διαφόρων κέντρων του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, και διηυκόλυνε μεγάλως τας συναλλαγάς και το εμπόριον. Αλλ’ εκ των πλεονεκτημάτων τούτων δεν ηδυνήθη όσον έδει να ωφεληθή η ημετέρα κοινότης διά τους εξής μάλιστα λόγους: α) Η εισροή και εγκατάστασις ενταύθα τε και εν τοις διαφόροις σιδηροδρομικοίς σταθμοίς εμπορικών πρακτορείων των μεγάλων εμπορικών οίκων Δρέϋφους και Αλλατίνη, έβλαψαν τους ημετέρους ομογενείς και παρέδωκαν τα σκήπτρα του εμπορίου εις τους κάλλιον ημών παρεσκευασμένους και διά πλειόνων κεφαλαίων και μέσων εις την κονίστραν κατερχομένους ξένους και εις τους ομοεθνείς αυτών πράκτορας Ιουδαίους. β) ’Ενώ παρά τοις λοιποίς έθνεσιν επικρατεί το δαιμόνιον του συνεταιρισμού και της αλληλεγγύης πνεύμα, παρ’ ημίν δυστυχώς αι αρεταί αύται, εις ας η ανθρωπότης οφείλει τας τεράστιας αυτής προόδους, είνε όλως άγνωστοι. γ) Αλλά και εν τω μικρεμπορίω υπεσκέλισαν ημάς εν τινι μέτρω οι Ιουδαίοι και Αρμένιοι, διότι πρακτικότεροι ημών όντες και μη έχοντες υψηλότερα ιδανικά πλην της ύλης να εξυπηρετήσωσιν επεδόθησαν εις την εξάσκηση των πλέον προσοδοφόρων επιτηδευμάτων· τουντεύθεν πλουτούσι μεν ούτοι και ευημερούσιν, ενώ ημείς εις τας επιστήμας και τα γράμματα ως τα πολλά επιδιδόμενοι και το πατρικόν περιφρονούντες επάγγελμα, φθίνομεν και πενόμεθα. δ) Το δε χείριστον η των φώτων περίσσεια και η μετά των ξένων επικοινωνία αντί να ενισχύσωσι και επιρρώσωσιν, επέφερον την ελάττωσιν του προς τα πάτρια σεβασμού, και αδιαφορίαν προς την θρησκείαν· η δε υπεραύξουσα πολυτέλεια και η υπερτίμησις των τροφίμων και των άλλων απαραιτήτων ειδών ουκ ολίγον συνεβάλοντο εις την ελάττωσιν των γάμων παρά τοις πλέον ανεπτυγμένοις των πολιτών προς ανυπολόγιστον υλικήν και ηθικήν βλάβην της ημετέρας κοινωνίας» (Λαμπουσιάδης 1928, 302).

Ωστόσο, στο Καραγάτς ο ελληνικός πληθυσμός κατέστη κυρίαρχος. «Σύμφωνα με την ελληνική απογραφή της 19ης Δεκεμβρίου 1920 ο πληθυσμός του Καραγάτς ανερχόταν σε 6.650 άτομα εκ των οποίων 5.506 ήταν Έλληνες» (Γεωργίσης 2019, 68).     

Η Αδριανούπολη περιήλθε στην κατοχή των Ελλήνων το 1920. Στις 12 Ιουλίου 1920 ο ελληνικός στρατός παρέλασε θριαμβευτικά στην Αδριανούπολη και την επομένη την επισκέφθηκε ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Τον ελληνικό στρατό «Έλληνες, Αρμένιοι και Μουσουλμάνοι τον υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό, γιατί γλίτωσαν από τον Νεοτουρκικό ζυγό» (Παπαθανάση-Μουσιοπούλου 1991, 126). «Ἡ ἐπίσημος καί πανηγυρική εἴσοδος τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων εἰς Ἀδριανούπολιν ἔλαβεν χώραν τήν Δευτέραν. Παρέτυχον καί εἰς τήν εἴσοδον τοῦ στρατοῦ μας μέ ἐπικεφαλῆς τόν Διάδοχον Κωνσταντῖνον εἰς Ἰωάννινα, ἀλλ’ ἡ εἴσοδος εἰς Ἀδριανούπολιν μέ ἐπικεφαλῆς τόν Βασιλέα Ἀλέξανδρον μοῦ προὐξένησε συγκίνησιν ἀνωτέραν πάσης περιγραφῆς» (Καλογεράς 1975, 224). Τότε τοπροάστιο του Καραγάτς μετονομάστηκε Ορεστιάδα από τις ελληνικές Αρχές, προφανώς γιατί η Αδριανούπολη δεν μπορούσε να μετονομαστεί (Κούζας 2008, 31-32).

Η Ανατολική Θράκη παρέμεινε στην επικράτεια του ελληνικού κράτους μέχρι τη συνθήκη των Μουδανιών (11 Νοεμβρίου 1922). Οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν ερήμην της Ελλάδας να την παραδώσουν αμαχητί στους Τούρκους του Μουσταφά Κεμάλ. Έτσι κρίθηκε και η τύχη της Αδριανούπολης και του Τριγώνου του Καραγάτς. 

Στις διαπραγματεύσεις του 1923 στη Λωζάνη οι αντιπροσωπείες των Ελλήνων και των Τούρκων, στις 26 Μαΐου 1923 κατέληξαν στον ιστορικό συμβιβασμό 

«…η Τουρκία παραιτείται της απαιτήσεως ταύτης (της χρηματικής) των αποζημιώσεων» και συμφωνούν «…όπως τροποποποιηθή το σύνορον της Θράκης παραχωρουμένου εις την Τουρκίαν του Καραγάτς μετά των προαστείων του…».

Έτσι, οι Έλληνες της Αδριανούπολης αναγκάστηκαν τον Αύγουστο του 1923 να μεταναστεύσουν στην απέναντι ελληνική πλευρά του Έβρου ποταμού, οι κάτοικοι του Καραγάτς να μεταναστεύσουν νοτιότερα και να συνεχίσουν εκεί τις παραγωγικές τους δραστηριότητες, ιδρύοντας από το μηδέν μια καινούρια πόλη, που θα την ονομάσουν όχι Νέο Καραγάτς, αλλά Νέα Ορεστιάδα. Θα μπορούσε να ονομαστεί Νέα Αδριανούπολη, αλλά αυτή η ονομασία εξέφραζε έναν Ρωμαίο αυτοκράτορα. Θα μπορούσε να ονομαστεί Νέα Πτελέα για να αποδοθεί στα ελληνικά το Καραγάτς (φτελιά), αλλά και αυτή δεν μπορούσε να εκφράσει όλον τον ελληνισμό της ευρύτερης περιοχής, γιατί στους μετεγκατασταθέντες  συμπεριλαμβάνονταν Έλληνες από την Αδριανούπολη, την Μπόσνα και το Ντεμερντές. Σε συνδυασμό με το ότι το Καραγάτς το 1920 ονομάστηκε από τις ελληνικές Αρχές Ορεστιάδα η επιλογή να ονομαστεί η νέα πόλη εντός της ελληνικής επικράτειας Νέα Ορεστιάδα ήταν η πιο αντιπροσωπευτική και δηλωτική της νέας ταυτότητας.  

Ο Δήμος της Ορεστιάδας έχει ως έμβλημα σε όλα τα έγγραφα την κεφαλή της Ιφιγένειας. Η Ιφιγένεια μετά από χιλιάδες χρόνια συνδέθηκε με τον αδελφό της Ορέστη σε μια πόλη που είναι η βορειότερη της Ελλάδας. Η Ιφιγένεια αποτελεί για τους κατοίκους της Ορεστιάδας σύμβολο. Οι ίδιοι θεωρούν πως, όπως η Ιφιγένεια θυσιάστηκε για τους σκοπούς των Ελλήνων στην Αυλίδα, έτσι και οι Καραγατσιανοί της Αδριανούπολης θυσίασαν το Καραγάτς για την Ελλάδα, προκειμένου να επιτευχθεί η συμφωνία της Λωζάνης με το λιγότερο δυνατό κόστος για την Ελλάδα (Κούζας 2008, 32).

Οι κάτοικοι της Αδριανούπολης, οι κάτοικοι της παλαιάς Ορεστιάδας και του Καραγάτς, οι άδικα ξεριζωμένοι κατά το 1923, έχοντας επίγνωση των καταβολών, που έφερναν μαζί τους πέρα από τον Έβρο ποταμό, αποφάσισαν να δώσουν στη νέα εγκατάστασή τους το όνομα Νέα Ορεστιάδα.

Αυτή είναι η ιστορική πλευρά της πόλεως Ορεστιάδας. Σήμερα, εφόσον οι κάτοικοι θεωρούν τον εαυτό τους ότι είναι οι φορείς και οι θεματοφύλακες αυτής της παράδοσης, τι μπορούν να κάνουν για να καταστήσουν τη πόλη αντάξια της φήμης της;

Η Ορεστιάδα δεν έχει καθόλου υποδομές του δευτεροβάθμιου τομέα της οικονομίας (βιομηχανία, βιοτεχνία, επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, ορυκτών κλπ). Οι μόνες επιλογές της είναι να αναπτύξει τον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα της οικονομίας2

Όσον αφορά τον γεωργικό τομέα, παρατηρείται μια συρρίκνωση με επιλογές του ελληνικού κράτους και της Ε.Ε. Παρά την ευφορία της γης και την επάρκεια των υδάτων οι λαμβάνοντες τις αποφάσεις έχουν καταδικάσει την περιοχή του Β. Έβρου σε έναν ρόλο ανθρώπων καταναλωτών χωρίς προοπτική οικονομικής τους ανέλιξης στον τομέα που έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα. 

Ποια περιθώρια υπάρχουν ανοικτά και αποδεκτά από τους λαμβάνοντες τις αποφάσεις σε κεντρικό επίπεδο;

Η γνώμη μας είναι ότι τα περιθώρια που έχει η Ορεστιάδα για να ανακάμψει οικονομικά είναι ο τριτογενής τομέας, η προσφορά υπηρεσιών σε όλα τα επίπεδα (Κούζας-Μπουγιουκλής 2020). Σ’ αυτόν τον τομέα δεν μπορούν να θέσουν φραγμούς. Η ανάπτυξη αυτού του τομέα δεν είναι καν υπόθεση των αποφασιζόντων κεντρικά, εκτός και αν νομικά απαγορεύσουν την είσοδο ή τη διέλευση ανθρώπων από την πόλη μας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν μπορεί να συμβεί σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία. 

Ο σχεδιασμός, η οργάνωση και η ανάπτυξη αυτού του τομέα είναι υπόθεση της τοπικής κοινωνίας με πρωτεργάτες τον Δήμο Ορεστιάδας και τους εμπορικούς συλλόγους τους. 

Από τις αφηγήσεις του Αχ. Σαμοθράκη και του Στ. Γονατά το Καραγάτς αποτελούσε πόλο έλξης των εύπορων ανθρώπων όχι μόνον της Αδριανούπολης αλλά και των περιχώρων. Είχε μια οικονομική δραστηριότητα στον τριτογενή τομέα, ο οποίος του προσπόριζε πλούτο.  

Γιατί δεν μπορεί να έχει και σήμερα αυτόν τον ρόλο;

Είναι μια πόλη καινούρια, με αξιοθαύμαστο πολεοδομικό σχεδιασμό και μέσα σε ένα φυσικό περιβάλλον αμόλυντο και ελκυστικό. Γιατί δεν μπορεί να καταστεί ένα προάστιο της Αδριανούπολης και των όμορων πόλεων της Τουρκίας και της Βουλγαρίας; Ο πληθυσμός που περιβάλλει την πόλη της Ορεστιάδας σε μια ακτίνα 200 χιλιομέτρων ανέρχεται σε εκατομμύρια. Οι ομάδες στόχου (target groups – ομάδες ευπόρων επισκεπτών από τα δύο κράτη), που χρειάζεται η πόλη ως επισκέπτες-καταναλωτές, είναι αρκετές για να στηρίξουν την οικονομική της ανάπτυξη. 

Ποιο πρέπει να είναι το κίνητρο για να προσελκυστούν αυτές οι ομάδες καταναλωτών; Η απάντηση βρίσκεται στη δημιουργία όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται, για να προσελκυστούν. 

Η Ορεστιάδα επιβάλλεται να γίνει μια πόλη καθαρή, με πράσινο και με λουλούδια σε όλους τους χώρους της. Μια πόλη με πεζοδρόμια καθαρά και βατά από όλους και σε όλα τα σημεία της. Μια πόλη χωρίς αδέσποτα και χωρίς περιττώματα στα πεζοδρόμια και στα παρτέρια. Μια πόλη ανθρώπων που πρέπει να διδαχτούν την ευγένεια, την καλοσύνη και την εξυπηρέτηση για να την «πωλούν» για εμπορικούς σκοπούς. Μια πόλη που θα διαπαιδαγωγήσει τους κατοίκους της (μέσω του Δήμου, των εμπορικών συλλόγων και των σχολείων) ότι οφείλουν να δραστηριοποιηθούν για την ανάπτυξη της πόλης τους μέσω του τριτογενούς τομέα. Μια πόλη, η οποία θα αποπνέει ένα πνεύμα ασφάλειας και ηρεμίας για όποιον την επισκέπτεται. 

Πώς μπορούν όλα αυτά να επιτευχθούν;

 Δεν χρειάζονται προγράμματα κρατικά ούτε της Ε.Ε. Μπορούν να γίνουν με ιδίους πόρους σχεδιασμένα και οργανωμένα σε ένα βάθος λίγων χρόνων. Ο Δήμος διαθέτει προσωπικό, υπάρχουν εθελοντικές ομάδες, υπάρχουν μαθητές για εθελοντική προσφορά και οι εμπορικοί σύλλογοι μπορούν να δραστηριοποιήσουν τα μέλη τους. 

Εξ όλων των παραπάνω πιστεύουμε πως την οργάνωση και τον σχεδιασμό οφείλουν να αναλάβουν εν πρώτοις ο Δήμος Ορεστιάδας και δευτερευόντως οι εμπορικοί σύλλογοι, οι οποίοι άλλωστε θα έχουν και τα μεγαλύτερα οφέλη από τη μετατροπή της Ορεστιάδας σε ένα σύγχρονο και ελκυστικό προάστιο της Αδριανούπολης και των όμορων πόλεων της περιοχής μας. 

1. Ὀρέστην μὲν γὰρ ἄρξαι τοῦ στόλου͵ τούτου δ᾽ ἐν Ἀρκαδίαι τελευτήσαντος τὸν βίον διαδέξασθαι τὸν υἱὸν αὐτοῦ Πενθίλον͵ καὶ προελθεῖν μέχρι Θρᾲκης ἑξήκοντα ἔτεσι τῶν Τρωικῶν ὕστερον͵ ὑπ᾽ αὐτὴν τὴν τῶν Ἡρακλειδῶν εἰς Πελοπόννησον κάθοδον· εἶτ᾽ Ἀρχέλαον υἱὸν ἐκείνου περαιῶσαι τὸν Αἰολικὸν στόλον εἰς τὴν νῦν Κυζικηνὴν τὴν περὶ τὸ Δασκύλιον· Γρᾶν δὲ τὸν υἱὸν τούτου τὸν νεώτατον προελθόντα μέχρι τοῦ Γρανίκου ποταμοῦ καὶ παρεσκευασμένον ἄμεινον περαιῶσαι τὸ πλέον τῆς στρατιᾶς εἰς Λέσβον καὶ κατασχεῖν αὐτήν· Κλεύην δὲ τὸν Δώρου καὶ Μαλαόν͵ καὶ αὐτοὺς ἀπογόνους ὄντας Ἀγαμέμνονος͵ συναγαγεῖν μὲν τὴν στρατιὰν κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον καθ᾽ ὃν καὶ Πενθίλος͵ ἀλλὰ τὸν μὲν τοῦ Πενθίλου στόλον φθῆναι περαιωθέντα ἐκ τῆς Θρᾲκης εἰς τὴν Ἀσίαν͵ τούτους δὲ περὶ τὴν Λοκρίδα καὶ τὸ Φρίκιον ὄρος διατρῖψαι πολὺν χρόνον͵ ὕστερον δὲ διαβάντας κτίσαι τὴν Κύμην τὴν Φρικωνίδα κληθεῖσαν ἀπὸ τοῦ Λοκρικοῦ ὄρους (Στράβων, Γεωγραφικά, ΙΓ΄, 1, 3).

2. Εάν υπάρξει βούληση για ανάπτυξη αυτών των τομέων, δεν πρέπει να αρνηθεί ο Δήμος, αλλά τα προγράμματα, οι πλατφόρμες κ.τ.τ. έχει αποδειχθεί ότι «σου δίνουν ένα, για να σου πάρουν δέκα». Συνήθως, τα προγράμματα είναι καταναλωτικής μορφής, με στόχο να πωληθούν προϊόντα ανθρώπων φίλα προσκείμενων στην κεντρική εξουσία και την Ε.Ε. 

Βιβλιογραφία

Ελληνόγλωσση

Γεωργίσης, Αν. Α. (2019). Η εβραϊκή κοινότητα της Νέας Ορεστιάδας. Πρακτικά 2ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ιστορίας και Πολιτισμού της Ορεστιάδας «Πολιτιστική Κληρονομιά και Τοπική Ανάπτυξη» (Επιμέλεια Ευάγγελος Μανωλάς), σσ. 53-73. Νέα Ορεστιάδα: Σχολή Επιστημών Γεωπονίας και Δασολογίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και Δήμος Ορεστιάδας.

Γρηγοράς, Ν. (1829). Ρωμαϊκή Ιστορία. Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, vol. I. Bonnae: Impensis Ed. Weberi.

⎯ (1830). Ρωμαϊκή Ιστορία. Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, vol. II. Bonnae: Impensis Ed. Weberi.

⎯ (1855). Ρωμαϊκή Ιστορία. Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, vol. III. Bonnae: Impensis Ed. Weberi.

Ζωναράς, Ι. (1871). Επιτομή Ιστοριών. Vol. III. Lipsia: Teubneri.

Καλογεράς, Ι. (1975). Η απελευθέρωσις της Θράκης. Αρχείον Θράκης, τόμος 38, σσ. 217-226. Αθήνα: Εταιρία Θρακικών Μελετών.

Καντακουζηνός, Ι. (1828). Ιστοριών. Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Vol. I, Βιβλίο Α΄-Β΄. Bonnae: Impensis Ed. Weberi.

⎯ (1831). Ιστοριών. Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Vol. II, Βιβλίο Γ΄. Bonnae: Impensis Ed. Weberi.

⎯ (1832). Ιστοριών. Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Vol. III, Βιβλίο Δ΄. Bonnae: Impensis Ed. Weberi.

Κομνηνή, Α. (1839). Αλεξιάς. Έκδ. L. Schopenus, τόμος I. Bonnae: Weberi.

⎯ (1884). Αλεξιάς. Έκδ. A. Reiferscheid, τόμος I. Lipsiae: Teubneri.

Κουρτίδης, Γ. Κ. (1928). Ελληνικαί αρχαιότητες εν Αδριανουπόλει. Θρακικά, τόμος Α΄, σσ. 312-317. Αθήνα: Θρακικόν Κέντρο.

⎯ (2006). Ιστορία της Θράκης. Από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 46 μ.Χ. Θεσσαλονίκη: Δίον.

Κούζας, Ι. (2008). Η ίδρυση της Νέας Ορεστιάδας (1923). Οι απαρχές της νεότερης ελληνικής πόλης», Ιστορικά Θέματα, τεύχος 70, Φεβρουάριος 2008.

Κούζας, Ι. – Μπουγιουκλής, Χ. (2020). Οι προοπτικές ανάπτυξης του Βορείου Έβρου τον 21ο αιώνα. Πρακτικά 3ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ιστορίας και Πολιτισμού της Ορεστιάδας «Η Ορεστιάδα στον 21ο αιώνα: Προκλήσεις και Προοπτικές» (Επιμέλεια Ευάγγελος Μανωλάς), σσ. 138-144. Νέα Ορεστιάδα: Σχολή Επιστημών Γεωπονίας και Δασολογίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και Δήμος Ορεστιάδας.

Λαμπουσιάδης, Ι. Γ. (1928). Τρεις ανέκδοτοι μελέται περί Αδριανουπόλεως. Θρακικά, τόμος Α΄, σσ. 282-311. Αθήνα: Θρακικόν Κέντρο.

Μυρτσίδης, Δ. – Μυρτσίδης, Χ. (2016). Η ιστορία του σιδηροδρόμου στο Βόρειο Έβρο. Πρακτικά 1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ιστορίας και Πολιτισμού της Ορεστιάδας «Ορεστιάδα: Διαδρομές στο Χρόνο» (Επιμέλεια Ευάγγελος Μανωλάς), σσ. 47-56. Νέα Ορεστιάδα: Σχολή Επιστημών Γεωπονίας και Δασολογίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και Δήμος Ορεστιάδας. 

Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Κ. (1991). Θράκη. Μορφές και γεγονότα, 1902-1922. Αθήνα: Εκδόσεις Τάσος Πιτσιλός.

Παχυμέρης, Γ. (1835). Συγγραφικαί Ιστορίαι (Περί του Μιχαήλ και Ανδρονίκου Παλαιολόγου). Vol. I, II. Βόννη: Impensis Ed. Veberi.

Σακελλαρόπουλος, Κ. Σ. (1971). Συνοπτική Ιστορία των Λατινικών Γραμμάτων. Αθήνα: Παπαδήμας. 

Σαμοθράκης, Θ. Α. (19632). Λεξικόν Γεωγραφικόν και Ιστορικόν της Θράκης. Αθήνα: Εταιρεία Θρακικών Μελετών.

Strabo (1924). (Ed. H. L. Jones), The Geography of Strabo. Cambridge, MA.· Harvard University Press· London: William Heinemann.

Στράβων (1817). Γεωγραφικά. Τόμος Β΄, Βιβλίο ΙΓ΄. Παρίσι: Εκ της τυπογραφίας Ι. Μ. Εβεράρτου.

Τζέτζης, Ι. (1826). (Επιμέλεια:  Theophilus Kiesslingius). Βιβλίον Ἱστορικῆς τῆς διά στίχων πολιτικῶν. Ἄλφα δέ καλουμένης. (ή Χιλιάδες). Lipsia: Sumptibus Fr.

Τσονίδης, Χ. Τ. (1980). Η Ορεστιάδα μας. Ορεστιάδα: Εκπολιτιστικός Σύλλογος Ορεστιάδας.

Χαλκοκονδύλης, Λ., Αθηναίος (1843). Απόδειξις ιστοριών δέκα. Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Bonnae: Impensis Ed. Weberi.

Χωνιάτης, Ν. (1835). Ιστορία. Bonnae: Impensis Ed. Weberi. 

Ξενόγλωσση

Festus (1967) (Eadie, J. W., ed). The Breviarium of Festus. London: Athlone Press.

Lampridius, A. (1921). Antoninus Heliogabalus. In: Historia Augusta. London: Loeb Classical Library.

Marcellinus, A. (1935-1939). Res Gestae. Vol. I-III (Rolfe, John C., editor). London: W. Heinemann.

Από το Δημοβούλιο Ορεστιάδας

        Στέφανος Πολύμενος


Συντάκτης Χάρης Κανταρίδης 25 Μαΐου, 2024 11:31

Δημοφιλή άρθρα

Ράδιο Έβρος TV